ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ

ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ
"Θα μείνω πάντα ιδανικός/κι ανάξιος εραστής/των μακρυσμένων ταξιδιών/και των γαλάζιων πόντων.".....................Νίκος Καββαδίας

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2016 * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

Οι διανοούμενοι και το διακύβευμα της εποχής μας

21ος ΑΙΩΝΑΣ


03-Caldwell-Cerebration-detail
Νίκος Κατσιαούνης –
Το κείμενο αποτελεί το επίμετρο στο βιβλίο «5 Έλληνες Οικουμενικοί Στοχαστές» από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων.-
Οι στοχαστές που παρουσιάζονται σε αυτό τον τόμο αντανακλούν μια παγκοσμιότητα της σκέψης. Υπήρξαν άνθρωποι που επηρέασαν με το στοχασμό τους την οικουμενική κληρονομημένη σκέψη, ενώ το έργο τους αποτελεί μέχρι και σήμερα σπέρμα γονιμοποιό για όσους θέλουν να διαυγάσουν με έναν ουσιαστικό τρόπο τη σημερινή κατάσταση, αλλά και να οδηγηθούν σε μια πιο ριζοσπαστική θεώρηση των πραγμάτων.
5-oikoumenikoi-ellines-stoxastes-1
Κάθε άνθρωπος είναι παιδί της εποχής του. Ζει, δημιουργεί, σκέφτεται, αμφισβητεί, ενσωματώνει ή απορρίπτει, παράγει σημασίες και δίνει νόημα σε αυτό που βιώνει ανάλογα με τις συνθήκες και την εκάστοτε κοινωνική κίνηση. Οι εν λόγω στοχαστές έδρασαν περίπου την ίδια πάνω-κάτω εποχή, σε διαφορετικά αλλά και κοινά πεδία αναζήτησης, και σε μια κοινωνικοϊστορική περίοδο όπου θα μπορούσαμε, με μια δόση αφαίρεσης, να πούμε ότι υπήρχε ένας ευρύτερος αναστοχασμός και ανάπτυξη μιας «επιθετικής» και ριζοσπαστικής σκέψης που διεμβόλιζε το υπάρχον. Οι διαψεύσεις και η ματαίωση των ελπίδων που γέννησαν οι κοινωνικές επαναστάσεις και οι εξεγέρσεις, η βαρβαρότητα και το βίωμα των Ολοκληρωτισμών, αλλά παράλληλα και μια υπάρχουσα και δρώσα κοινωνική κίνηση που επιδίωκε τη ρήξη με την κυρίαρχη κατάσταση, οδήγησαν στην παραγωγή ενός μεγάλου, πολυσχιδούς και πολύπλευρου κριτικού στοχασμού που αποτέλεσε σημαντικό εργαλείο ανάλυσης του υπάρχοντος αλλά και αναζήτησης του διαφορετικού, ενός άλλου κόσμου σε αντιδιαστολή με αυτόν που υπήρχε.
Ήταν η περίοδος όπου άρχισε να αναπτύσσεται ένας κριτικός λόγος που δεν οριοθετούνταν απαραίτητα ανάμεσα στα κυρίαρχα αντιμαχόμενα στρατόπεδα της εποχής, αλλά προσπάθησε να τοποθετηθεί πέρα από αυτά και να ανακαλύψει νέους δρόμους. Σε ένα αρκετά μεγάλο μέρος των διανοούμενων της εποχής, ειδικά μετά τη μεταπολεμική περίοδο, μία από τις κεντρικές δραστηριότητες ήταν η αμφισβήτηση της εξουσίας ως αυθεντίας και η υπονόμευσή της.[1] Η ενδυνάμωση των κριτικών εργαλείων, μέσω μιας ευρύτερης ενσωμάτωσης διεπιστημονικών θεωρήσεων, ενίσχυσε ουσιαστικά αυτή τη ρήξη με τις μορφές εξουσίας.
Την περίοδο, όμως, που βρέθηκαν στο προσκήνιο αυτοί οι ριζοσπάστες στοχαστές ακολούθησε μια άλλη, αρκετά διαφορετική. Μια περίοδος που χαρακτηρίζεται από έναν γενικευμένο κομφορμισμό και μια διευρυμένη ασημαντότητα, για να θυμηθούμε τον Κορνήλιο Καστοριάδη. Αυτό αποτυπώθηκε στο χώρο του στοχασμού και της διανόησης. Η ριζοσπαστικότητα έδωσε τη θέση της στην ενσωμάτωση του κριτικού λόγου από το κυρίαρχο σύστημα. Ο δημόσιος διανοούμενος παραχώρησε τη θέση του στον τεχνοκράτη διανοούμενο.[2] Η πλειοψηφία των διανοούμενων είτε κλείστηκε στον εαυτό της και στα πανεπιστήμια, τελώντας το «λειτούργημα» της επιστημονικής και «ουδέτερης» έρευνας, είτε πρόσφερε απλόχερα τις υπηρεσίες στους μηχανισμούς εξουσίας.
Με αυτό τον τρόπο αποτέλεσαν τον πολιορκητικό κριό μιας ηθικής και πολιτικής νομιμοποίησης της κυρίαρχης εξουσίας αλλά και μιας τεχνικής διαχείρισης αυτής. Δηλαδή, η όποια παραγόμενη γνώση χρησιμοποιήθηκε για τη «βελτίωση» ή τη «μετεξέλιξη» των όρων κυριαρχίας και των δομών διακυβέρνησης. Αρκετοί από τους διανοούμενους, ακόμα και οι πάλαι ποτέ «ριζοσπάστες», όχι μόνο λειτούργησαν συμβουλευτικά-τεχνοκρατικά στη διαχείριση της εξουσίας, αλλά συμμετείχαν και οι ίδιοι σε καθεστωτικούς και κομβικής σημασίας θεσμούς συνδιαχείρισης, καταλαμβάνοντας θέσεις-κλειδιά στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας.
Εδώ θα ήταν πρέπον, νομίζω, να σημειωθεί ότι και η ίδια η κοινωνία πέρασε σε μια καινούργια κατάσταση. Η περίοδος από τα μέσα του 1970 και πέρα σημασιοδότησε μια αλλαγή στον τρόπο που το άτομο και η κοινωνία αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους (σε συνδυασμό με μια αναδίπλωση και αλλαγή του κυρίαρχου καπιταλιστικού μοντέλου διαχείρισης). Ο διαρκής και άνευ όρων και ορίων καταναλωτισμός, ο κενός «ευδαιμονισμός», η πολυδιάσπαση της ταυτότητας και η μεγέθυνση της αλλοτρίωσης του υποκειμένου, η καθολική εξατομίκευση, η κονιορτοποίηση των σημασιών που συγκροτούν τις κοινωνίες ήταν μερικοί από τους παράγοντες που εξοβέλισαν κάθε υπόνοια αναστοχασμού και αναζήτησης. Το άτομο και οι κοινωνίες δεν αναζητούσαν πλέον το διαφορετικό, με αποτέλεσμα να εκλείψει κάθε ενδιαφέρον σχετικά με την αναζήτηση και τη σύνθεση νέων ριζοσπαστικών ιδεών.
Η μεγάλης διάρκειας απόδραση της πολιτικής από την κοινωνία, δηλαδή η παραίτηση και η αδιαφορία ενός μεγάλου μέρους του κοινωνικού συνόλου από τη διαδικασία της ενεργούς και διαυγασμένης κοινωνικοπολιτικής θέσμισης, έχει αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια της μέχρι και τις μέρες μας. Αποτελεί πλέον κοινό ότι η κρίση που βιώνουμε τόπο είναι κρίση θεσμών και νοήματος. Το κυρίαρχο σύστημα αδυνατεί πλέον να νομιμοποιήσει τα θεμέλια εγκυρότητάς του. Και είναι σήμερα που ένας νέος αναστοχασμός, μια νέα ριζοσπαστική θεώρηση αποτελεί επιτακτική ανάγκη. Οι διανοούμενοι, παρόλο που υπάρχουν αρκετές και ενδιαφέρουσες εξαιρέσεις, όχι μόνο δεν συμβάλλουν σε αυτή την προοπτική, αλλά αντίθετα προσπαθούν να επιτελέσουν το ρόλο του εγγυητή του συστήματος. Πλήρως αφομοιωμένοι και οργανικά δεμένοι με το κυρίαρχο καθεστώς, το υπερασπίζουν, καταδικάζουν κινήσεις ρήξης, απεγκλωβισμού και εξόδου και, όπως σωστά τους ονομάτισε ο Αλαίν Μπαντιού σε πρόσφατη ομιλία του στην Ελλάδα, αποτελούν τα «μαντρόσκυλα του συστήματος».
Στη σημερινή συγκυρία και με την πολιτική κρίση να βαθαίνει, τίθεται επιτακτικά το ερώτημα του επαναορισμού των εννοιών. Να ξανασυζητήσουμε τους ορισμούς, τις έννοιες, τις σημασίες και τις αξιακές προκείμενες που συγκροτούν τις κοινωνίες, ορίζουν τη ζωή και δίνουν νόημα στα άτομα και τις κοινωνίες. Να τις ορίσουμε μακριά από το ασφυκτικό πλαίσιο της εξουσιαστικής δομής. Ο Καστοριάδης μάς υπενθυμίζει ότι κυρίαρχος είναι αυτός που ορίζει τις σημασίες κι όχι αυτός που κατέχει το μονοπώλιο της βίας. Αν ως άτομα και ως κοινωνία δεν το κάνουμε πράξη, τότε θα το κάνει κάποιος άλλος για εμάς με τις καταστροφικές συνέπειες που αυτό συνεπάγεται. Κι εδώ είναι που οι διανοούμενοι σήμερα μπορούν να συμβάλουν. Όχι στη βάση της καθοδήγησης αλλά στη βάση της δημιουργικής και διαλεκτικής σύνδεσης με ένα νέο χειραφετικό πρόταγμα ρήξης, σύνθεσης και δημιουργίας ενός καινούργιου κόσμου. Γιατί η μάχη των ορισμών και των σημασιών, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί το κρισιμότερο διακύβευμα της εποχής μας.
[1] EdwardW. Said, Διανοούμενοι και εξουσία, μτφρ. Γιάννης Παπαδημητρίου, Scripta, Αθήνα 21999, σελ. 108.
[2] Κώστας Δουζίνας, «Οι σιωπηλοί και οι λαλίστατοι διανοούμενοι του καιρού μας»,Εφημερίδα των Συντακτών, 18/2/2014.

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

ΓΥΜΝΙΣΜΟΣ, ΖΩΗ ΚΑΤΑ ΦΥΣΗ - Του Κώστα Ζυρίνη

 Isabelle
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΓΥΜΝΗ:
Όταν η Εύα αποπλάνησε (δήθεν) τον Αδάμ, γέννησαν μερικούς ανθρώπους, κι αυτοί οι άνθρωποι στη συνέχεια έπλασαν τους θεούς. Δηλαδή, αποθέωσαν  την άγνοια. Αυτοί οι θεοί τους επέβαλαν εκ των υστέρων το φύλλο συκής και, κατά συνέπεια την περιέργεια του “τι να υπάρχει άραγε κάτω απ αυτό το φυλλαράκι”; Κι έτσι άρχισε να πληθύνεται η Ανθρωπότητα. Από μια περιέργεια. 

Του Κώστα Ζυρίνη

Στα χρόνια που άκμαζε ο πολιτισμός του Παρθενώνα, οι απανταχού δημιουργοί και θεράποντες-του τιμούσαν δεόντως το γυμνό κορμί στους τομείς της αισθητικής, της παιδείας, της θρησκείας και... της κρεβατοκάμαρας τους, θέλω να πιστεύω.

Χρόνια πολλά μετά, μια “καθαρή” ψυχή που άκουγε στο όνομα Παύλος -ψυχοβγάλτης κι αυτός- αφού κήρυξε εκτός νόμου τον Δία και το σόι του, αφού κατάργησε Δημόκριτους, Επίκουρους και όποιους όσους αντιφρονούντες νοήμονες, εισήγαγε τον Έναν και Μοναδικό Πατέρα  Παντοκράτορα. Κι αυτός ο ένας και μοναδικός δεν θα μπορούσε -κατά τη γνώμη του Παύλου πάντα- ν’ αντέχει την έκθεση σε κοινή θέα οποιουδήποτε πέους, αιδοίου, γλουτού, ή (χαριτωμένου έστω) βυζακίου. Επί ποινής Κολάσεως, σου λέει. Μιλάμε γιαπολλή αυστηρότητα. Σκέτη καταστολή! Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας.


Το θέμα μας είναι ο γυμνισμός. Και όχι αυτός ο γκετοποιημένος “φυσιολατρικός” γυμνισμός των προηγούμενων δεκαετιών που εκφυλίστηκε εν τέλει σε μια «μαστ» φευγαλέα μόδα κάποιων και καλά «πνευματικά χειραφετημένων» μικροαστών για να καταλήξει στη γραφικότητα, αλλά ο γυμνισμός ως συμφυές στοιχείο μιας γενικότερης πολιτισμικής κοσμοαντίληψης και μιας ανοιχτής οικολογικής συνείδησης. Και ως τέτοιος δεν μπορεί παρά να έχει, εκτός από τους φαρισαίους και ανεγκέφαλους φανατικούς της κάθε «ορθοδοξίας» και άλλους ποικίλους εχθρούς.

Επεισόδιο πρώτο. Τόπος: ένα γοητευτικό φαράγγι στην Ικαρία, τόσο απρόσιτο που, εκτός από μας, μόνο τα κατσίκια θ’ αποφάσιζαν να κατέβουν μέχρι κάτω, στην κοίτη του. Είμαστε τρία ζευγάρια με τέσσερα ανήλικα παιδιά και δυο ημίαιμα, άκακα σκυλιά. Στρώνουμε το έδαφος και στήνουμε τα πέντε διακριτικά αντίσκηνά μας κάτω από τη βαθιά σκιά των τεράστιων δέντρων. Είμαστε έτοιμοι ν’ αποτοξινωθούμε για είκοσι μέρες από την κόλαση των ανθρωπογενών ρύπων της Αθήνας.

Την επομένη, μερικοί από μας, οριζοντιωμένοι στην άμμο δίπλα στο κύμα, παίρνουμε ικανή δόση υπεριωδών ακτινων σε όλο (ανεξαιρέτως) το εμβαδόν της σάρκας μας, όταν καμιά δεκαριά «αγανακτισμένοι» ντόπιοι κάνουν απόβαση από ένα καΐκι και κινούνται εναντίον μας. Κανείς μας δεν σαλεύει. «Μαζεύτε τα και ξεκουμπιστείτε ρε...(ακολουθούν μια σειρά, κάθε άλλο παρά χριστιανικοί, βορβορώδεις χαρακτηρισμοί) …έχουμε και μικρά παιδιά που…». Δεν είχαν μικρά παιδιά μαζί τους (σε αντίθεση με μας), αλλά τέλος πάντων…

Κανείς μας δεν κινείται. Κάποιοι επιχειρούμε ν’ αναφερθούμε στα δικαιώματά μας ως Ελλήνων πολιτών ώσπου, ως αντεπιχείρημα, μια κοτρόνα δεκαπέντε κιλών ζυγιάζεται πάνω από το κεφάλι του ξαπλωμένου, πλην ατάραχου, γιου μου Ορέστη. Ευτυχώς κανείς μας δεν διαθέτει τόση γενναιότητα όση απαιτείται για να πλακωθούμε στο ξύλο μ’ αυτά τα διπλάσια σε αριθμό καθάρματα,  ρισκάροντας το κεφάλι ενός παιδιού. Του δικού μου παιδιού.

Το απόγευμα της ίδιας μέρας στεκόμαστε, ως καταγγέλλοντες πλέον, μπροστά στον ιθαγενή αστυνομικό διοικητή, που έκανε μεν ότι δεν ήξερε τίποτε επί προσώπων και πραγμάτων, πλην επιχείρησε να μας διδάξει ολίγη ποινική δικονομία διαβάζοντας μεγαλοφώνως τα περί γυμνισμού σχετικά: «Ποινικός Κώδικας, άρθρο 353. Πρόκληση σκανδάλου με ακόλαστες πράξεις. Πρώτον, όποιος δημόσια επιχειρεί ακόλαστη πράξη και προκαλεί μ’ αυτή σκάνδαλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Δεύτερον, όποιος εν γνώσει του προσβάλλει βάναυσα την αιδώ άλλου με ακόλαστη πράξη που επιχειρείται ενώπιον του τιμωρείται με φυλάκιση 6 μηνών». Και σηκώνει το βλέμμα του για να το καρφώσει πάνω μας ικανοποιημένος για την επαγγελματικώς άψογη στάση του.

«Πρώτον», του λέω, «ξεχάσατε περιέργως την κατακλείδα του 353, που λέει ότι για την ποινική δίωξη αυτής της πράξης απαιτείται έγκληση. Δεύτερον, πώς υποστασιοποιούνται οι όροι “σκάνδαλο”, “ακόλαστος πράξις” και “δημόσια αιδώς” όταν εμείς είμαστε αραχτοί στον ήλιο χωρίς ψυχή ζώσα γύρω μας; Τρίτον, σχετικό τμήμα ερμηνευτικής διάταξης του 353 λέει, μεταξύ των άλλων, ότι “η γυμνόστηθος εμφάνισις των γυναικών, και ο γυμνισμός γενικότερα, έπαυσε πλέον να θεωρείται ακόλαστος πράξις και δεν εμπίπτει πλέον στις διατάξεις του σχετικού άρθρου». Κουφάθηκε ο δικός σου, κι εμείς στου κουφού την πόρτα …

Το ίδιο βράδυ μαθαίνουμε στο ψιθυριστό από την ιδιοκτήτρια της ταβέρνας -η οποία ιδιοκτήτρια τα πρωινά ασκεί και καθήκοντα γραμματέως σε κάποια κοινοτική υπηρεσία- ότι γνωστός λεφτάς ιδιώτης, με πρωτοπαλίκαρο τον τραμπούκο με την κοτρόνα των δεκαπέντε κιλών που ακούει στο όνομα Καλαμπόγιας, θέλει ν’ ανοίξει παράνομα δρόμο στην πλαγιά του φαραγγιού και συνεπώς ο ακριβώς από κάτω προσωρινός καταυλισμός μας του δένει τα χέρια.


Όλοι ξέρουν τον τραμπούκο Καλαμπόγια στην περιοχή, αλλά πολλοί πιστεύουν ότι «θα τα κονομήσουν» από τις αμφιβόλου νομιμότητας δραστηριότητες του λεφτά ιδιώτη, άλλοι απλώς τον τρέμουν και κανείς δεν μιλάει. Αυτά, που λες, είναι και τα αίτια που ενεργοποίησαν τα χρηστά τους ήθη, με αιχμή το αντιγυμνιστικό τους μένος.

Μετά από μερικές μέρες αδιάλειπτου πολέμου νεύρων (αλλά και πυροβολισμών στον αέρα), αρχίζει ο καθ’ εαυτού βομβαρδισμός: τα μηχανήματα δεν μπορούν να περιμένουν άλλο. Τα φιτίλια ανάβουν, οι δυναμίτες εκρήγνυνται, τα βράχια κατρακυλούν από ψηλά και δυο από τα αντίσκηνα μας καταπλακώνονται από τις κοτρόνες. Ευτυχώς δεν έχουμε θύματα και παραμένουμε πεισματικά μέχρι και την τελευταία μέρα.


Επεισόδιο δεύτερο: Ένα άλλο καλοκαίρι. Νάξος. Μια απέραντη ονειρεμένη παραλία. Η ίδια περίπου παλιοπαρέα. Τα περισσότερα από τα αντίσκηνά μας παραμένουν διπλωμένα, διότι τα ξανθά καλάμια αφθονούν και το παιχνίδι της κατασκευής καλαμοσκέπαστρου είναι γοητευτικό. Τρία χιλιόμετρο πιο πέρα βρίσκεται ένα, από κάθε άποψη ακαλαίσθητο, φωνακλάδικο και οικονομικώς πιασοκωλάδικο «κάμπινγκ» διαθέτον ταβέρνα με κοψίδια, ντίσκο της συμφοράς και σούπερ μάρκετ!

Θεωρητικώς και ατύπως η παραλία είναι παραλία γυμνιστών. Πρακτικώς όμως, είναι τέτοια μόνο για τους πελάτες του κάμπινγκ. Οι άλλοι, μέχρι να γίνουν κι αυτοί πελάτες, βρίσκονται υπό απηνή διωγμό. Ως εξής: κάθε δυο-τρεις μέρες, χαράματα πάντα, δυο-τρία όργανα του τοπικού αστυνομικού τμήματος, με το πρόσχημα της παράνομης κατασκήνωσης, ξεχύνονται στην παραλία και με τα γκλομπ, με τις κλωτσιές ή και με τα δύο, ρίχνουν τα καλαμόπλεχτα σκιάδια, αδιαφορώντας για τη σωματική ακεραιότητα όσων κοιμούνται ανυποψίαστοι από κάτω.


Όταν πρόκειται για αλλοδαπούς, τους παίρνουν (παρανόμως εννοείται) τα διαβατήρια και τους λένε «ελάτε να τα παραλάβετε από το τμήμα, αφού φέρετε γραπτή βεβαίωση ότι έχετε βρει νόμιμο κατάλυμα». Εννοείται ότι άλλο «νόμιμο κατάλυμα» από το παρακείμενο κάμπινγκ δεν υπάρχει. Απροσχημάτιστο νταβατζιλίκι, δηλαδή.


Πριν μας ξυπνήσουν κι εμάς τα γκλομπ και τα ουρλιαχτά των μπάτσων, συντάσσω και καταθέτω μια λεπτομερή και εμπεριστατωμένη καταγγελία κατά των αστυνομικών οργάνων στην τοπική Εισαγγελία, ενισχυμένη με τις υπογραφές πολλών μαρτύρων και 
στη συνέχεια την κοινοποιώ στο ίδιο το αστυνομικό τμήμα (που δεν ήθελε αρχικά να την παραλάβει). Το «αντίσκηνο απαγορεύεται, κύριε…» μου την πέφτει ο αστυνομικός διοικητής και συνεχίζει «… επιτρέπεται μόνο σε ιδιωτικούς χώρους και με ορισμένες προδιαγραφές, όπως τα κάμπινγκ!». «Μα εγώ δεν είμαι εδώ γι αυτό. Κι εξάλλου δεν έχω στήσει αντίσκηνο. Ένα απλό σκιάδι από καλάμια …». «Ρυπαίνετε το χώρο…». «Αντίθετα καθαρίσαμε την παραλία σε πλάτος χιλίων μέτρων από την πρώτη στιγμή που …». «Είστε και γυμνισταί!». «Αποφάσισα να πάω στην Κόλαση, όπου, απ’ ό,τι άκουσα μικρός στην εκκλησία, όλοι εκεί είναι γυμνοί. Εσάς τι σας κόφτει;». «Είμαστε υπεύθυνοι για την έννομη τάξη!». «Όπως και για τη συλλογή διαβατηρίων και δολαρίων των αλλοδαπών που δεν θέλουν να μείνουν στο μαγαζί του φίλου σας για παράδειγμα!».

Μαζεύει έμπλεος τσαντίλας τη στοίβα των διαβατηρίων από το γραφείο του και τη ρίχνει στο συρτάρι. «Πηγαίνετε και … τελειώσαμε»!


Οι επόμενες μέρες κυλούν ειδυλλιακά για όλους τους ελεύθερους κι ωραίους της παραλίας, χωρίς γιουρούσια και κατασχέσεις διαβατηρίων,    ώσπου…

Τα χαράματα της αποφράδας μέρας που θα γυρίζαμε στην γκρίζα και μολυσμένη πρωτεύουσα του έθνους … με συλλαμβάνουν. Αυτόφωρο, λέει! Παράνομη κατασκήνωση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος!

Καταφέρνω να μη δικαστώ αμέσως.

Μήνες αργότερα, παίρνω και την απάντηση της Εισαγγελίας για τη   δική μου καταγγελία: «… κατόπιν εισαγγελικών ερευνών, δεν στοιχειοθετείται καμία παράβαση εκ μέρους των οργάνων…» Μεγάλε!

Και κάτι μέρες αργότερα βρίσκομαι στο εδώλιο του κατηγορούμενου στη Νάξο για «παράνομη κατασκήνωση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος», όπου και αθωώνομαι τελικά, καθότι οι της έδρας ζούσαν εκεί και ήξεραν πολύ καλά τι παιχνίδι παιζόταν.




Επεισόδιο τρίτο, τέταρτο, πέμπτο… Μ’ αυτά και μ’ αυτά, κάπως έτσι ξεκίνησα να εγκαταλείπω τα πάτρια όλο και συχνότερα και να πηγαίνω γι άλλα μέχρι που κατέληξα να γυρνάω τον πλανήτη πάνω κάτω και πλαγίως. Ουδέν κακό αμιγές καλού!

Αλλά αυτή δεν είναι η μοναδική όψη της πραγματικότητας περί τη δυνατότητα του κατασκηνώνειν ελευθέρως και του γυμνιστικού δικαιώματος.


Σήμερα όλο και περισσότεροι πολίτες αυτής της χώρας με την ανεπανάληπτη φυσική ομορφιά νοιώθουμε τη ζωτική ανάγκη για μια ισορροπημένη σχέση με το παρθένο φυσικό περιβάλλον.

Όλο και περισσότεροι αποζητούμε τη γαλήνη και τη ψυχική αποκατάσταση που χαρίζει απλόχερα η αμόλυντη φύση.

Όλο και περισσότεροι αντιδρούμε στο ρόλο του υποταγμένου μαζάνθρωπου που μας επιφυλάσσει η μεταβιομηχανική καπιταλιστική κοινωνία.

Όλο και περισσότεροι, λοιπόν, επιχειρούμε ν’ αποδράσουμε από την κυκλοφοριακή βαρβαρότητα και την απομόνωση των κελιών οπλισμένου σκυροδέματος, τα οποία (χλευαστικά) χαρακτηρίζονται σπίτια.

Είναι κάτι που υπερβαίνει κατά πολύ τον κατά τα άλλα συμπαθή κλασικό φυσιολατρικό γυμνισμό. Είναι η ενστικτώδης ανάγκη επιβίωσης. Και δεν νοείται (για τους όσους νοήμονες) επιβίωση έξω και ενάντια στη Φύση. Θύμωσα πάλι!

Όλοι εμείς οι «εστέτ της φυσικής ευζωίας», όπως με χαρακτήρισε κάποτε ένας ταπεινός όσο και χαρισματικός παπάς που λειτουργεί σε κάποιο εκκλησάκι της Σερίφου και που, μιλώντας μαζί του για τον Επίκουρο, τη φαραωνική Αίγυπτο και τους ινδουιστές γυμνόσοφους μέχρι τη σύγχρονη οικολογία, συμφωνήσαμε (σχεδόν) σε όλα… Όλοι «εμείς» λοιπόν, οι ανοχύρωτοι και σκόρπιοι «εστέτ της φυσικής ευζωίας», λέμε εξ επαγωγής «όχι»:



Λέμε «όχι» κατ’ αρχάς στα λιγούρια που κυκλοφορούν στις κυριλάτες «γυμνιστικές» παραλίες με το μάτι τους θολό από την αιώνια στέρηση.


Λέμε «όχι στους λαδωμένους μποντιμπιλντεράδες με τα χρυσά μπρασελέ που παίζουν ρακέτες με τις ώρες πάνω από τα κεφάλια μας, με την ελπίδα να τραβήξουν την προσοχή κάποιας (ή κάποιου) υποψήφιου ερωτικού εταίρου.





Λέμε «όχι» στους “φτασμένους” που εισβάλλουν στις ερημικές κόχες μας με το ταχύπλοο ή το πανάκριβο τζιπ, με “αντισκηνάκι”  έξι δωματίων, φορητό ψυγείο, φορητή τηλεόραση, φορητό ντόπερμαν, φορητή Φιλιππινέζα, φορητά κακομαθημένα παιδιά, φορητή πισίνα, φορητό τηλέφωνο, φάξ,ίντερνετ και ονλάιν σύνδεση με τη Σοφοκλέους, φορητό μαγνητόφωνο με άσματα Καρβέλα και Πανταζή … Αυτοί είναι οι πλέον αφόρητοι.


Λέμε «όχι» στις μη μου άπτου γκόμενες με τα μαύρα γυαλιά και τα δεκάδες μπουκαλάκια με τους αντηλιακούς, αντικυτταριτιδικούς, εντομοαπωθητικούς (και γενικώς απωθητικούς) σοβάδες.

Λέμε «όχι» στους ματάκηδες του απέναντι βράχου. Στους καλοκαιρινούς κρότωνες των δικών μας λημεριών.

Λέμε «όχι» σ’ όλα εκείνα τα δίποδα γαϊδούρια (στα τετράποδα λέμε «ναι») που αφήνουν τα σκουπίδια τους στην παραλία και τα μαζεύουμε εμείς, τα «κορόιδα». Και λέμε το πιο έντονο όχι στους μικρόνοες ωχαδερφιστές που ανάβουν τη «ρομαντική φωτίτσα» τους στην παραλία, δέκα μέτρα από την απαρχή του πευκοδάσους.

Λέμε «ναι» στις γελάδες, στα κατσίκια, στα πρόβατα, στις πεταλούδες, στα τζιτζίκια, στις μέλισσες… ακόμα και στους σκορπιούς. Και τι έγινε, δηλαδή! Και λέμε «ναι» γενικώς σ’ όσους δεν λέμε «όχι».

___________
http://zyrinis.gr/node/14706

Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Εντγκάρ Μορέν: "Το μάθημα της πολύπλοκης σκέψης"

γράφει ο Θανάσης Γιαλκέτσης*


Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο του 94χρονου σήμερα Γάλλου φιλοσόφου Εντγκάρ Μορέν «Enseigner à vivre. Manifeste pour changer l’ education» (Actes Sud/Play Bac, 2014).
Ο Γάλλος φιλόσοφος Εντγκάρ Μορέν | 
Το ζήτημα της αλήθειας, που είναι το ζήτημα του λάθους, με βασάνιζε ιδιαίτερα ήδη από τα πρώτα εφηβικά μου χρόνια. Εγώ δεν είχα κληρονομήσει μια κουλτούρα από την οικογένειά μου.
Επομένως για μένα οι αντιτιθέμενες ιδέες είχαν, καθεμιά τους, κάτι πειστικό. Χρειάζεται να μεταρρυθμίσουμε ή να αλλάξουμε επαναστατικά την κοινωνία; Η μεταρρύθμιση μου φαινόταν πιο ειρηνική και ανθρώπινη, αλλά ανεπαρκής, η επανάσταση ικανή για πιο ριζικές αλλαγές, αλλά επικίνδυνη.
Στις αρχές του πολέμου νόμιζα ότι ήμουν απόλυτα προστατευμένος απέναντι στη σαγήνη της Σοβιετικής Ενωσης, δηλαδή απέναντι στον σταλινικό κομμουνισμό.
Με αφετηρία όμως την αντεπίθεση που απελευθέρωσε τη Μόσχα και ταυτόχρονα την είσοδο στον πόλεμο της Ιαπωνίας και των Ηνωμένων Πολιτειών (τον Δεκέμβριο του 1941), που καθιστά παγκόσμια την πολεμική σύρραξη, συντελείται μια μεταστροφή στη σκέψη μου: η κληρονομημένη από τον τσαρισμό υπανάπτυξη και η καπιταλιστική περικύκλωση θα δικαιολογήσουν για μένα τις ελλείψεις και τα ελαττώματα της ΕΣΣΔ.
Οταν θα σπάσει η καπιταλιστική περικύκλωση, μετά τη νίκη των λαών, θα ανθήσει μια αληθινά κομμουνιστική κουλτούρα της αδελφοσύνης.
Αυτό που είχα μάθει από τον Τρότσκι, από τον Σουβαρίν και από τόσους άλλους απωθήθηκε τότε στα υπόγεια του μυαλού μου.
Μια απέραντη, σχεδόν συμπαντική ελπίδα έδιωχνε κάθε επιφύλαξη. Η απογοήτευση αρχίζει με την επιστροφή των πάγων στη Σοβιετική Ενωση.
Μια διαδοχή πελώριων και επονείδιστων ψευδών πλήττει το ηθικό μου, μέχρι εκείνο που υπήρξε για μένα το τελικό σοκ: τη δίκη του Ράικ στη Βουδαπέστη τον Σεπτέμβριο του 1949. Τέλος, υφίσταμαι μια αποπομπή από το Κομμουνιστικό Κόμμα, που κόβει τον ομφάλιο λώρο και με απελευθερώνει (1951).
Μερικά χρόνια αργότερα αφιερώνομαι σε μια αυτοκριτική εργασία, που δημοσιεύτηκε το 1959, για να κατανοήσω τις αιτίες και τους μηχανισμούς των λαθών μου, που οφείλονταν λιγότερο στην άγνοιά μου και περισσότερο στο δικό μου σύστημα ερμηνείας και δικαιολόγησης, με βάση το οποίο είχα απωθήσει ως δευτερεύοντα, προσωρινά και επιφανειακά τα ελαττώματα που συγκροτούσαν την ίδια τη φύση του σταλινικού συστήματος.
Νομίζω ότι απαλλάχθηκα για πάντα από τις μονόπλευρες σκέψεις, από τη δυαδική λογική που παραγνωρίζει τις αντιφάσεις και την πολυπλοκότητα. Ανακάλυψα τότε ότι το λάθος μπορεί να είναι γόνιμο υπό τον όρο να το αναγνωρίσουμε, να αποσαφηνίσουμε την προέλευσή του και την αιτία του, με σκοπό να αποκλείσουμε την επανάληψή του.
Η απελευθερωτική εργασία της αυτοκριτικής που πραγματοποίησα θέλησε να φτάσει ώς την πηγή. Κατανόησα ότι μια πηγή λαθών και αυταπατών είναι το να αποκρύπτουμε τα γεγονότα που μας ενοχλούν, να τα βγάζουμε από το μυαλό μας.
Κατανόησα μέχρι ποιο σημείο οι βεβαιότητές μας και οι πεποιθήσεις μας μπορούν να μας παραπλανούν, έμαθα να στοχάζομαι αναδρομικά για όλες τις τυφλώσεις που οδήγησαν τη Γαλλία στον πόλεμο του 1939 χωρίς προετοιμασία, για όλες τις εκτροπές και τις πλάνες που ακολούθησαν. Και καθώς σκέφτομαι την υπνοβατική πορεία ενός έθνους από το 1933 ώς το 1940 προς την καταστροφή, φοβάμαι τη νέα υπνοβασία που εμφανίστηκε με τη δική μας κρίση, η οποία δεν είναι μόνον οικονομική, δεν είναι μόνον κρίση πολιτισμού, αλλά είναι και κρίση της σκέψης.
Αναρωτιέμαι αν οι αγωνίες, τα σαστίσματα, οι απογοητεύσεις, που αυξάνονται στους καιρούς μας, παράγουν τις φοβίες και τις τυφλώσεις της απόρριψης και του μίσους.
Το πάθος μου για την «αληθινή» γνώση με οδήγησε να ανακαλύψω στα 1969-1970, χάρη σε μια διαμονή μου στην Καλιφόρνια, την προβληματική της πολυπλοκότητας.
Στην πραγματικότητα, η έννοια της πολυπλοκότητας αποσαφήνισε αναδρομικά τον τρόπο της σκέψης μου, που ήδη συνέδεε διάσπαρτες γνώσεις, ήδη αντιμετώπιζε τις αντιφάσεις αντί να τις αποφεύγει, ήδη προσπαθούσε να υπερβεί εναλλακτικές που θεωρούνταν ασυμβίβαστες.
Αυτός ο τρόπος σκέψης δεν είχε χαθεί, αν και είχε γίνει υπόγειος, κατά τη διάρκεια της ευφορίας μου, όταν ήμουν κομμουνιστής τον καιρό του πολέμου.
Ηδη το πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσω δεν είναι μόνον τα λάθη που αφορούν γεγονότα (λάθη από άγνοια), τα λάθη της σκέψης (δογματισμός), αλλά το λάθος μιας τμηματικής σκέψης, το λάθος της δυαδικής σκέψης που βλέπει μόνον είτε/είτε και είναι ανίκανη να συνδυάσει και/και, καθώς και, βαθύτερα, το λάθος της σκέψης που περιορίζει και της σκέψης που διαχωρίζει, οι οποίες είναι τυφλές απέναντι σε κάθε πολυπλοκότητα.
Η λέξη μέθοδος μου φάνηκε ως υπόδειξη του ότι έπρεπε να βαδίσω επί μακρόν και με δυσκολία για να φτάσω να κατανοήσω τα εργαλεία μιας σκέψης που θα είναι ορθή επειδή θα είναι πολύπλοκη.
Και βαδίζοντας σε αυτό τον δρόμο, απέκτησα την πεποίθηση ότι η εκπαίδευσή μας, όσο και αν μας δίνει εργαλεία για να ζούμε στην κοινωνία (για να διαβάζουμε, να γράφουμε, να λογαριάζουμε), όσο και αν μας δίνει τα στοιχεία (δυστυχώς διαχωρισμένα) μιας γενικής παιδείας (φυσικές επιστήμες, επιστήμες του ανθρώπου, λογοτεχνία, τέχνες), όσο και αν μας προπαιδεύει ή μας προμηθεύει με μια επαγγελματική εκπαίδευση, υποφέρει από μια πελώρια έλλειψη σε ό,τι αφορά μια πρωταρχική ανάγκη της ζωής: στο να μην ξεγελιόμαστε και να μην πέφτουμε στην αυταπάτη κατά το δυνατό, στο να αναγνωρίζουμε πηγές και αιτίες των λαθών μας και των αυταπατών μας, στο να αναζητούμε με κάθε ευκαιρία την όσο το δυνατό πιο ορθή γνώση. Από δω πηγάζει μια πρωταρχική και θεμελιώδης αναγκαιότητα: να διδασκόμαστε να μαθαίνουμε τη γνώση, η οποία είναι πάντοτε μετάφραση και ανασύσταση. Αυτό σημαίνει ότι εγώ αξιώνω να παρέχω την αλήθεια; Προσφέρω μέσα για να παλεύουμε εναντίον της αυταπάτης, του λάθους, της μεροληψίας.
Οι επιστημονικές θεωρίες, όπως κατέδειξε ο Πόπερ, δεν προσφέρουν καμιά απόλυτη και οριστική αλήθεια, αλλά προοδεύουν ξεπερνώντας τα λάθη. Δεν προσφέρω μια συνταγή, αλλά μέσα για να αφυπνίζουμε και να παρακινούμε τα μυαλά στην πάλη εναντίον του λάθους, της αυταπάτης, της μεροληψίας, και ιδιαίτερα εκείνων των λαθών που χαρακτηρίζουν την εποχή μας, που είναι εποχή ανεξέλεγκτων και επιταχυμένων δυναμικών, συσκότισης του μέλλοντος, λαθών και αυταπατών που στην τωρινή κρίση της ανθρωπότητας και των κοινωνιών είναι επικίνδυνα, ίσως και θανάσιμα.
Το λάθος και η αυταπάτη εξαρτώνται από τον ίδιο τον χαρακτήρα της γνώσης μας. Και το να ζεις σημαίνει να αντιμετωπίζεις συνεχώς τον κίνδυνο του λάθους και της αυταπάτης στην επιλογή μιας απόφασης, μιας φιλίας, ενός περιβάλλοντος, ενός συζύγου, ενός επαγγέλματος, μιας θεραπείας, ενός υποψήφιου στις εκλογές κ.λπ. Η πολύπλοκη σκέψη διδάσκει να έχουμε επίγνωση ότι κάθε απόφαση και κάθε επιλογή αποτελούν ένα στοίχημα.
Συχνά μια δράση παρεκκλίνει σε σχέση με το νόημά της, όταν μπαίνει σε ένα περιβάλλον πολλαπλών αλληλεπιδράσεων και μπορεί να στραφεί και να πλήξει το κεφάλι του δρώντος.
Πόσες ήττες και πόσες καταστροφές προκλήθηκαν από την αλαζονική βεβαιότητα της νίκης! Πόσες ολέθριες ανατροπές έγιναν μετά από μια μέθη ελευθερίας, όπως εκείνες της πλατείας Ταχρίρ και της πλατείας Μεϊντάν!
________________

Ο Γάλλος ιστορικός, Κριστόφ Προσασόν - Παρακμή των διανοουμένων;

Γαλλία, Αριστερά, φιλοσοφία, Ιστορία

prosason.jpg

Ο Γάλλος ιστορικός, Κριστόφ Προσασόν  

γράφει ο:  Θανάσης Γιαλκέτσης*

Ο Γάλλος ιστορικός Κριστόφ Προσασόν είναι διευθυντής σπουδών στην École des hautes études en sciences sociales. Η ακόλουθη συνέντευξή του δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Le Magazine littéraire.
• Η εμφάνιση του διανοούμενου χρονολογείται κλασικά στη Γαλλία της υπόθεσης Ντρέιφους. Τότε ο όρος διανοούμενος από επίθετο γίνεται ουσιαστικό. Ο διανοούμενος είναι επομένως εκείνος που παίρνει τον λόγο για να υπερασπιστεί μια σφαιρική ιδέα, ανώτερη από όλες τις επιμέρους ιδέες («το καθολικό») – αυτό που στις δεκαετίες 1960 και 1970 εκπροσωπούσαν προσωπικότητες όπως ο Σαρτρ και ο Αρόν. Επειτα έχουμε την εισβολή των «μιντιακών διανοουμένων» και τη μεταβολή που συνεπάγεται η ιδέα του Μισέλ Φουκό για τον «ειδικό διανοούμενο», ο οποίος παρεμβαίνει στη δημόσια ζωή στο όνομα των γνώσεων που έχει κατακτήσει στο πεδίο του και των στοχασμών που αντλεί από αυτές. Συμμερίζεστε αυτή την αναπαράσταση του ζητήματος των διανοουμένων;
Η ιστορία των διανοουμένων γράφεται συνήθως με νοσταλγική διάθεση, τροφοδοτώντας τη μελαγχολία που προκαλεί αυτός «ο κόσμος που έχουμε χάσει». Επικαλούμαστε έτσι κάποια μεγάλα επεισόδια (την υπόθεση Ντρέιφους ως αναλλοίωτη ιδρυτική στιγμή, τον αντιφασισμό της δεκαετίας 1930, τον πόλεμο της Αλγερίας κ.λπ.) και μερικά ονόματα (Ζολά, Σαρτρ, Αρόν, Φουκό ή Μπουρντιέ), που υποτίθεται ότι συνοψίζουν από μόνα τους μια ολόκληρη ιστορία.
Αυτές οι επικλήσεις διασταυρώνονται συχνά με μια θεματική την οποία αναπαράγει τακτικά ο Τύπος: την υποτιθέμενη εξαφάνιση των διανοουμένων ή την παρακμή τους σε σχέση με τη μυθολογία τους. Στην πραγματικότητα, η διαδοχή διακεκριμένων μορφών μετά το βάπτισμα της υπόθεσης Ντρέιφους μέχρι τον τόσο στιγματισμένο μιντιακό διανοούμενο αποκρύπτει πολλές σταθερές. Αν υιοθετήσουμε ένα ευρύτερο αναλυτικό πρίσμα, θα διαπιστώσουμε ότι οι διανοούμενοι υπήρξαν πάντοτε και ταυτόχρονα «καθολικοί», «μιντιακοί» και «ειδικοί».
Αυτό είναι που τους κάνει διανοούμενους, δηλαδή πρόσωπα που αφιερώνουν το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνικής τους δραστηριότητας στην παραγωγή και τη διάδοση της σκέψης. Από μια ορισμένη άποψη, υπάρχει μια λειτουργική συνέχεια ανάμεσα στον Πλάτωνα και, ας πούμε για παράδειγμα -αυτό θα του δώσει μεγάλη χαρά-, τον Μπαντιού.
• Σε σχέση με τις προηγούμενες εποχές, πού τοποθετείται η ιδιαιτερότητα της τωρινής περιόδου της πνευματικής ζωής στη Γαλλία;
Εδώ και τριάντα χρόνια, το διανοητικό πεδίο έχει γνωρίσει πολύ σημαντικές αλλαγές. Η πρώτη αλλαγή συνδέεται με τη μαζικοποίηση των διανοουμένων, η οποία έπληξε τα προηγούμενα μοντέλα που καλλιεργούσαν μια μοναδική, ηρωική, για να μην πούμε ρομαντική μορφή διανοούμενου. Παρά την πρακτική της συλλογής υπογραφών, που αναπτύχθηκε κυρίως στα τέλη του 19ου αιώνα, όπου ο αριθμός είχε σημασία, ο διανοούμενος τοποθετούνταν επί μακρόν από την πλευρά της ποιότητας μάλλον παρά της ποσότητας.
Σήμερα το πανεπιστήμιο συγκεντρώνει χιλιάδες δυνητικούς διανοούμενους, ιδίως στις κοινωνικές επιστήμες. Αυτό το αριθμητικό αποτέλεσμα καθιστά πολύ πιο δύσκολη ή σχεδόν αδύνατη την εμφάνιση κάποιων κυριαρχικών μορφών της σκέψης, σαν αυτές που έχει γνωρίσει στο παρελθόν η πνευματική ζωή, πόσο μάλλον που τα δημοκρατικά μας ήθη, ενισχυμένα από μια ευκολότερη πρόσβαση στη γνώση, δεν ανέχονται αυτές τις παλιές μορφές της διανοητικής κυριαρχίας.
• Υπάρχει και η εξέλιξη των τεχνικών…
Πράγματι. Το έντυπο έχει πάψει να είναι ο μοναδικός ή ο πιο σημαντικός φορέας της παραγωγής και μετάδοσης της σκέψης. Η εμφάνιση του ραδιοφώνου, έπειτα της τηλεόρασης, τέλος του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης απαιτούσε νέες δεξιότητες με τις οποίες οι διανοούμενοι όφειλαν να συμμορφωθούν. Ορισμένοι κατόρθωσαν να ανταποκριθούν σε αυτούς τους νέους τρόπους έκφρασης, άλλοι λιγότερο. Το πιο ανησυχητικό είναι όμως ότι, κατακερματίζοντας τις ανταλλαγές, αυτά τα τεχνικά μέσα συνέβαλαν στη γέννηση δημόσιων χώρων.
Οι διαμάχες -που αποτελούν το άλας της διανοητικής ζωής τουλάχιστον μετά την υπόθεση Καλάς- είναι όλο και περισσότερο περιορισμένες και μόνο λίγες μείζονες διενέξεις κερδίζουν το ευρύτερο δημόσιο ενδιαφέρον. Τέλος, έχουν εξαφανιστεί οι «μεγάλες αφηγήσεις», οι θεωρίες ή τα συστήματα ερμηνείας του κόσμου που προμήθευαν σημεία αναφοράς, νόημα και κατευθύνσεις. Μαζί τους έχουν χαθεί και οι θεσμοί που τις συνόδευαν, όπως για παράδειγμα το κομμουνιστικό κόμμα, που υπήρξε για πολλές δεκαετίες το μεγάλο σπίτι των διανοουμένων.
Πάνε πια ο μαρξισμός, ο υπαρξισμός, ο στρουκτουραλισμός! Μια από τις συνέπειες αυτής της κατάρρευσης -για την οποία μπορούμε να χαιρόμαστε καθώς συνέβαλε στην απελευθέρωση της σκέψης από τα δεσμά που μερικές φορές μπλόκαραν τολμηρούς και ριψοκίνδυνους διανοούμενους- είναι η εξαφάνιση του φεουδαλικού μοντέλου πάνω στο οποίο στηριζόταν ο κλασικός διανοούμενος: ένας δάσκαλος (Μπερξόν, Σαρτρ, Φουκό, Μπουρντιέ κ.λπ.) και οι μαθητές του, πιστοί ή αποκηρυγμένοι.
Με εντυπωσιάζει να διαπιστώνω σε ποιο βαθμό πολλοί διανοούμενοι, ιδίως μεταξύ εκείνων που διεκδικούν μια αριστερή ταυτότητα, αισθάνονται ορφανοί και θέλουν να ανασυγκροτήσουν αυτό το παλιό αντιδημοκρατικό μοντέλο, αναζητώντας νέους δασκάλους που μάταια προσπαθούν να ανακαλύψουν. Λες και η σκέψη που εξαπλώνεται παντού είναι η ένδειξη της παρακμής!
• Μεταξύ των διάφορων μορφών του διανοούμενου, ποια σας φαίνεται κυρίαρχη σήμερα;
Τείνω να αναγνωρίζω τρεις μορφές μάλλον παρά μόνο μία. Η πρώτη, την οποία παράγει κυρίως το σύγχρονο πανεπιστήμιο, είναι εκείνη του διανοούμενου-ειδικού. Αυτός κλείνεται σε έναν μοναδικό κύκλο ειδικών γνώσεων και αρνείται να βγει από αυτόν. Οι οικονομολόγοι της «τυποποιημένης» οικονομικής επιστήμης αντιπροσωπεύουν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Διατείνονται ότι προσφέρουν έτοιμες λύσεις στα προβλήματα των κοινωνιών. Ονειρεύονται πάντοτε, όπως στον καιρό του Ογκίστ Κοντ, μια κυβέρνηση σοφών.
Ο δεύτερος τύπος είναι εκείνος του μιντιακού διανοούμενου χωρίς ιδιαίτερες ειδικές γνώσεις. Ακόμη και αν του αποδίδεται μια ορισμένη ιδιότητα (συγγραφέας, καλλιτέχνης, φιλόσοφος, οικονομολόγος, κοινωνιολόγος, ιστορικός κ.λπ.), οι απόψεις του είναι τόσο γενικές και τόσο λίγο διακριτές από τον κοινό νου -αντίθετα με τον ειδικό διανοούμενο- ώστε ο ρόλος του είναι μάλλον να ενισχύει τις κοινώς παραδεδεγμένες ιδέες, συμβάλλοντας έτσι στο να τις νομιμοποιεί επειδή λέει ότι είναι «διανοούμενος».
Τέλος, ένας τρίτος τύπος, πιο παραδοσιακός, είναι εκείνος του κομματικού διανοούμενου, όπως ανευρίσκεται ακόμη στην άκρα Αριστερά ή στην άκρα Δεξιά, λιγότερο ή περισσότερο συνδεδεμένος με οργανώσεις, του οποίου όμως η γνώση αποβλέπει πάνω απ’ όλα στην υπεράσπιση μιας θέσης στην οποία υποτάσσονται η περιγραφή και η ανάλυση του κοινωνικού κόσμου.
• Θα μπορούσαμε να πούμε ότι μια ορισμένη θεώρηση του διανοούμενου -εκείνη που τον συνδέει με το «καθολικό»- είναι ξεπερασμένη;
Οι διανοούμενοι καλούνται ήδη προφανώς να είναι περισσότερο μετριόφρονες. Δεν θα ξαναγίνουν οι αριστοκράτες της δημοκρατίας, όπως επί μακρόν υπήρξαν εξαιτίας τής προφανώς υπερβολικής αξίωσής τους να διατηρούν προνομιακές σχέσεις με το καθολικό. Οι δημοκρατικοί καιροί μας δεν τους αναγνωρίζουν ένα τέτοιο προνόμιο. Οι κοινωνίες μας όμως έχουν μεγαλύτερη ανάγκη διανοουμένων ικανών να αρθρώνουν ειδικές γνώσεις και να δίνουν νόημα στη δράση.
Αυτόν τον ρόλο μπορούν να τον παίξουν πολλοί και θα ήταν ευκταίο να μην ανατίθεται μόνον στους «ειδικούς του καθολικού» που σκέφτονται τον κόσμο από απόσταση. Αντί να εμπιστευτούμε αυτόν τον ρόλο σε μια κατηγορία προσώπων, θα ήταν ίσως καλύτερο να επινοήσουμε «χρόνους στοχασμού», «χρόνους για το καθολικό», που θα ανήκαν σε όλους όσοι στρατεύονται στη δράση. […]
___________________