ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ

ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ
"Θα μείνω πάντα ιδανικός/κι ανάξιος εραστής/των μακρυσμένων ταξιδιών/και των γαλάζιων πόντων.".....................Νίκος Καββαδίας

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2016 * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2016

Το παιδωμάζωμα της Φρειδερίκης και η διάσωση των παιδιών από τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας

Αυτή την αντικομμουνιστική «καραμέλα» που ξεκίνησε από την προπαγάνδα του μετεμφυλιακού κράτους σχετικά  με το «παιδομάζωμα» που έκαναν οι κομμουνιστές , «αρπάζοντας» παιδιά  τα οποία έστελναν στο «σιδηρούν παραπέτασμα» για να «τα δηλητηριάσουν με το μικρόβιο του κομμουνισμού», την πιπιλάνε οι αστοί παραχαράκτες  της ιστορίας μας, μέχρι σήμερα και δεν λέει να λιώσει.


Αφορμή, λοιπόν, γι’ αυτή την ανάρτηση το βιβλίο που κυκλοφόρησε την Κυριακή η φυλλάδα «Δημοκρατία» που αναφέρετε «Στην τελική νίκη του Εθνικού στρατού, στο χρονολόγιο των μαχών και στο παιδομάζωμα».  Στο τελευταίο θα σταθούμε με την βοήθεια δυο βιβλίων. Του Βασίλη Ραφαηλίδη «Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους» και στο βιβλίο του Δημήτρη Σέρβου «Το παιδομάζωμα και ποιοι φοβούνται την αλήθεια».

Ξεκινάμε με τα γραφόμενα του Β. Ραφαηλίδη:

Το "παιδομάζωμα"

Ένα τεράστιο πρόβλημα είχε δημιουργηθεί στις περιοχές που κατείχαν οι αντάρτες και που ήταν είτε πεδία μαχών είτε πιθανά πεδία μαχών. Τι θα γίνει με τα παιδιά των χωρικών που κατοικούσαν σ’ αυτές τις περιοχές, και κυρίως με τα παιδιά των ανταρτών; Για λόγους στοιχειώδους ανθρωπισμού και πάντα με τη συγκατάθεση των γονιών, η κυβέρνηση του βουνού αποφάσισε να μαζέψει αυτά τα παιδιά και για ασφάλεια να τα στείλει στις σοσιαλιστικές χώρες, που πρόθυμα δέχτηκαν να τα φιλοξενήσουν μέχρι να σταματήσει ο πόλεμος.

 Ήταν στ' αλήθεια ένα παιδομάζωμα. Αλλά η λέξη αυτή είναι ιστορικά βεβαρυμένη στην Ελλάδα. Έτσι λεγόταν στη διάρκεια της τουρκοκρατίας η «στρατολόγηση» νηπίων για τα τάγματα των γενιτσάρων. Ο συνειρμός για τους δημαγωγούς δεν ήταν καθόλου δύσκολος. Αφού οι αντάρτες ήταν εχθροί τη; Ελλάδας, δεν μπορούσαν παρά να μιμούνται του; Τούρκους. Ήθελαν να φκιάξουν τάγματα γενιτσάρων. Για να τα χρησιμοποιήσουν πότε; Μα, ύστερα από πενήντα, από εκατό χρόνια, δεν έχει σημασία, αφού ούτως ή άλλως οι κομουνιστές θα παρέμεναν για πάντα εχθροί της Ελλάδας. Οι «εθνικόφρονες» θα προτιμούσαν να μείνουν τα παιδάκια στα πεδία των μαχών και να πεθάνουν κι αυτά σαν Έλληνες (!) παρά να σωθούν απ’ τους ανθέλληνες. Ο ταρτουφισμός και η υποκρισία του κράτους των δοσιλόγων σ’ όλο του το φρικτό μεγαλείο.

Φυσικά, ήξεραν πως τα περισσότερα απ’ τα 25.000 Ελληνόπουλα που στάλθηκαν στις σοσιαλιστικές χώρες για να σωθούν όχι μόνο από τον άμεσο κίνδυνο που συνεπάγεται ένας πόλεμος αλλά και από τον εξ ασιτίας θάνατο, ήταν παιδιά ανταρτών ή στενών συγγενών ανταρτών. 
'Αλλωστε. τα παιδιά ανταρτών ή στενών συγγενών ανταρτών που, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο έπεφταν στα χέρια του λεγόμενον Εθνικού Στρατού, δεν αντιμετωπίζονταν όπως όλα τα παιδιά. Αντιμετωπίζονταν σαν προβληματικά παιδιά με ειδικές ανάγκες. Και κλείνονταν σε ειδικά αναμορφωτήρια, όπως οι περίφημες Σχολές Φρειδερίκη; της Λερού

Από τα αναμορφωτήρια της Λέρου, καλύτερα τα ελληνικά σχολεία που οργάνωσαν με εντυπωσιακή ταχύτητα οι Έλληνες στις σοσιαλιστικές χώρες, αυτό είναι προφανές. Άλλωστε, τα σχολικά βιβλία ιστορίας, γεωγραφίας και ελληνική; γλώσσας που έγραψαν και τύπωσαν οι εξ ανταρτών Έλληνες εκπαιδευτικοί, παραμένουν και σήμερα υποδειγματικά από κάθε άποψη. Πώς και γιατί, λοιπόν, το λεγόμενο παιδομάζωμα ήταν γενοκτονία και γενιτααρισμός;

Επί συνόλου 55.167 πολιτικών προσφύγων που ζούσαν στις ανατολικές χώρες μέχρι τον επαναπατρισμό τους το 1975, οι 46.364, ήτοι ποσοστό 80%, είχαν πτυχίο Ανωτάτης Σχολής. Ανάμεσά τους, και τα παιδιά του παλιού «παιδομαζώματος» που δεν επέστρεψαν στην Ελλάδα νωρίτερα μέσω του Ερυθρού Σταυρού. Γιατί, ο γονέας που ζούσε στην Ελλάδα και ζητούσε το παιδί του μέσω του Ερυθρού Σταυρού, το είχε αμέσως. Λοιπόν, αυτά τα χωριατόπουλα θα σπούδαζαν αν έμεναν στην Ελλάδα;

Πολύ πιο αναλυτικά σ' αυτό το θέμα αναφέρεται ο Δημήτρης Σέρβος στο βιβλίο του που κυκλοφορεί από την Σύγχρονη Εποχή: «Το παιδομάζωμα και ποιοι φοβούνται την αλήθεια» θα παρουσιάσει η «Σύγχρονη Εποχή» (Την σταχυολόγηση των κειμένων που παραθέτουμε απ' αυτό το βιβλίο την έχει κάνει η εφημερίδα "Οδηγητής"),

Το παιδωμάζωμα της Φρειδερίκης και η διάσωση των παιδιών από τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας



Ξυπόλυτα παιδιά, αρπαγμένα από τα χωριά της Κόνιτσας, οδηγούνται από "φιλάνθρωπες" κυρίες της αστικής τάξης και αστυνομικούς στο γκέτο "Αγ. Σπυρίδωνας" στην Κέρκυρα.

Μία σχετικά άγνωστη, ειδικά στους νεότερους, ιστορία από τα χρόνια του εμφύλιου πολέμου στην Ελλάδα, η οποία όμως γίνεται συχνά αντικείμενο διαστρέβλωσης, έχει να κάνει με την τύχη των παιδιών των εμπόλεμων περιοχών και κυρίως των περιοχών εκείνων που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του ΔΣΕ.

Πολλά από αυτά τα παιδιά, κυρίως παιδιά ανταρτών του ΔΣΕ ή υποστηρικτών του ΚΚΕ, αρπάχθηκαν κυριολεκτικά από την αστική κυβέρνηση και κλείστηκαν στις περίφημες “παιδουπόλεις της Φρειδερίκης”, της Βασίλισσας δηλαδή, που είχε και την γενική ευθύνη της υλοποίησης του κατάπτυστου σχεδίου. 

Από την άλλη, χιλιάδες παιδιά φυγαδέφθηκαν με απόφαση της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης και με τη συγκατάθεση των γονιών τους στις σοσιαλιστικές χώρες της ανατολικής Ευρώπης για να γλιτώσουν από τους κινδύνους του πολέμου. Εκεί έζησαν για χρόνια, μέχρι
που η ελληνική κυβέρνηση επέτρεψε την επιστροφή τους, και απόλαυσαν τη φιλοξενία, τη μόρφωση και όλα τα δικαιώματα που εξασφάλισαν οι νέες εξουσίες.

Η ίδρυση των παιδουπόλεων

Στις 10 Ιούλη 1947 ιδρύθηκε η Βασιλική Πρόνοια Επαρχιών Βορείου Ελλάδος. Η ημερομηνία έχει σημασία, καθώς αποδεικνύει ότι το παιδομάζωμα της Φρειδερίκης άρχισε ένα χρόνο πριν γίνει η πρόταση από τα Λαϊκά Επαρχιακά Συμβούλια, που λειτουργούσαν στις περιοχές που ήλεγχε ο ΔΣΕ, για τη μεταφορά παιδιών στις Λαϊκές Δημοκρατίες. Έτσι ακυρώνεται η προπαγάνδα της αστικής κυβέρνησης και του παλατιού ότι άρπαζαν τα παιδιά “πριν τα αρπάξουν οι κομμουνιστές”. 

Τον Ιούλη του 1947 εγκαινιάστηκε στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης η πρώτη “παιδούπολη”, στην οποία κλείστηκαν 500 παιδιά. 
Τον Ιανουάριο του 1948 σε όλη τη χώρα λειτουργούν 52 “παιδουπόλεις”, στις οποίες έχουν “μαντρώσει” 18.000 παιδιά, στα οποία εφαρμόζεται το σύστημα της “πειθαρχημένης διαβίωσης”. Αργότερα ο αριθμός αυτός φτάνει τις 28.000. 

Μετά την ήττα του ΔΣΕ επιτράπηκε η επιστροφή 15.000 παιδιών για να αποτελέσουν, όπως είπαν, “τον πυρήνα του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού”. Το ερώτημα είναι: τι έγιναν τα υπόλοιπα παιδιά;

Το παιδομάζωμα της Φρειδερίκης αποτελεί μέρος ενός γενικότερου σχεδίου της κυβέρνησης και των συμμάχων της. Με την αναγκαστική μετακίνηση περίπου 800.000 κατοίκων χωριών, που η αστική προπαγάνδα ονόμασε “ανταρτόπληκτους”, το σχέδιο αποσκοπούσε στην αποκοπή του ΔΣΕ απ’ τους κατοίκους που βοηθούσαν με τρόφιμα, στη στέρηση της δυνατότητας στρατολόγησης νέων μαχητών, ιδιαίτερα των μεγαλύτερων παιδιών των μαχητών του ΔΣΕ.

Πρωταρχικός σκοπός του πραγματικού παιδομαζώματος ήταν η μετατροπή των παιδιών σε αντικομμουνιστές γενίτσαρους, η μεταστροφή τους ενάντια στους γονείς τους

Οι συνθήκες ζωής στις “παιδουπόλεις”

Η φρούρηση των παιδουπόλεων και ειδικότερα αυτών που λειτουργούσαν στις επαρχιακές πόλεις είχε ανατεθεί σε χωροφύλακες που τους είχαν μετονομάσει σε “παιδονόμους”. Η συμπεριφορά τους στα παιδιά ήταν απάνθρωπη. 

Τα παιδιά δεν είχαν επαφή με τους δικούς τους και γενικότερα ήταν απομονωμένα από τον έξω κόσμο. Τα εμφάνιζαν μόνο στις παρελάσεις και σε θρησκευτικές λιτανείες, με ομοιόμορφη αμφίεση και σε στρατιωτικούς σχηματισμούς. Έτσι, στη διάρκεια απεργίας πείνας για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στη Φυλακή Ανηλίκων Κηφισιάς τα παιδιά έπιασαν στον αυλόγυρο μια μεγάλη ακρίδα, έδεσαν επάνω της ένα σημείωμα και την πέταξαν έξω από τον μαντρότοιχο. Τότε έφτασε στη φυλακή για πρώτη φορά δικηγόρος και μετά από ένα εξάμηνο το γκέτο αυτό έκλεισε.

Το ημερήσιο πρόγραμμα θύμιζε στρατό, με εγερτήριο, προσκλητήριο, έπαρση σημαίας, σιωπητήριο κ.λπ. Όλες οι υπηρεσίες για τη λειτουργία των παιδουπόλεων είχαν ανατεθεί στα παιδιά, τα οποία ήταν υποχρεωμένα να καθαρίζουν, να μεταφέρουν τρόφιμα, να πλένουν τα καζάνια, τα αποχωρητήρια κ.λπ.

Η επιδίωξη να αποξενώσουν τα παιδιά από τους γονείς τους, να τα κάνουν να τους θεωρούν προδότες της πατρίδας, συνοδευόταν από την προσπάθεια αντικατάστασης της πατρικής και μητρικής αγάπης με την υποκριτική “αγάπη” της “μητέρας Βασίλισσας”, της “πρώτης μάνας”, δηλαδή της Φρειδερίκης. 

Ο Γιώργος Χατζάτογλου, που ήταν ένα απ’ τα παιδιά του παιδομαζώματος της Φρειδερίκης
περιγράφει: «Θυμάμαι ότι σε όλους τους τοίχους ήταν ζωγραφισμένη μια μορφή ενός αγριανθρώπου γενειοφόρου με μια χατζάρα στο στόμα, που έσταζε αίμα, να αρπάζει απ’ την αγκαλιά της μάνας το παιδί της. Επίσης στους τοίχους υπήρχαν συνθήματα για το έθνος και τη βασίλισσα Φρειδερίκη. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα γίνονταν η διαπαιδαγώγηση και η νουθέτηση για τη “μάνα μας” τη Βασίλισσα. Νύχτα-μέρα αυτά διαρκώς μας έλεγαν».

Τα παιδιά δεν είχαν κοινωνική, ούτε εξωσχολική δραστηριότητα, ενώ χαρακτηριστικό είναι ότι σε καμία “παιδούπολη” δεν υπήρχε βιβλιοθήκη. Η απασχόληση των κοριτσιών ήταν το πλέξιμο, το σιδέρωμα κ.λπ. ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν αργότερα στο ρόλο της “γυναίκας νοικοκυράς”. 

Τα κέρδη του ιδρύματος Βασιλική Πρόνοια Βορείου Ελλάδος από την εκμετάλλευση της υποχρεωτικής απλήρωτης εργασίας των κοριτσιών των παιδουπόλεων ανέρχονταν σε πολλά εκατομμύρια δραχμές. Κανένα κορίτσι δεν τελείωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. 

Η αγωγή των αγοριών στηρίχθηκε στο αυστηρό “σύστημα πειθαρχίας”, ενώ σε πολλές παιδουπόλεις που ήταν κλεισμένα παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας εφαρμόστηκαν απαράδεκτες μέθοδοι
σωφρονισμού (ξυλοδαρμοί, βιασμοί, στέρηση τροφής κ.λπ.).

10.000 δολάρια “το κεφάλι”

Η επιστροφή των παιδιών στα χωριά τους και η απόδοση στους φυσικούς τους γονείς ήταν από δύσκολη έως αδύνατη. Απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η υποβολή βεβαίωσης της Αστυνομικής ή Στρατιωτικής αρχής του χωριού ότι ο γονέας που ζητούσε το παιδί “εμφορείται από ελληνοχριστιανικά ιδεώδη”. Έτσι τα παιδιά παρέμεναν στις παιδουπόλεις ή γίνονταν αντικείμενο αγοραπωλησίας. 

Βασικό ρόλο έπαιζαν Αμερικάνοι αξιωματούχοι, οι οποίοι είχαν έρθει στην Ελλάδα για να προσφέρουν “ανθρωπιστική βοήθεια”. Αυτοί οργάνωναν μαζί με παράγοντες της ελληνικής
κυβέρνησης τη διοχέτευση των παιδιών στα σκλαβοπάζαρα της Αμερικής, της Ν. Ζηλανδίας, του Καναδά και αλλού. Το αντίτιμο έφτανε και τις 10.000 δολάρια ανάλογα με τη ζήτηση και την εμφάνιση του παιδιού. 

Προκειμένου να υπάρχει νομιμοφάνεια έδιναν στους φυσικούς γονείς ψεύτικα πιστοποιητικά θανάτου του παιδιού και στους αγοραστές έδιναν ψεύτικα πιστοποιητικά θανάτου των φυσικών γονέων.

Η φυγάδευση παιδιών στις σοσιαλιστικές χώρες

Στη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου οι κάτοικοι των περιοχών που διεξάγονταν στρατιωτικές επιχειρήσεις, αντιμετώπιζαν πολλούς κινδύνους. Εκτός από τα πυρά, υπήρχαν οι αρρώστιες, η πείνα και οι επιθέσεις των παραστρατιωτικών αστικών συμμοριών που λεηλατούσαν ολόκληρα χωριά. 

Για τα παιδιά, όπως είδαμε, καραδοκούσε ο επιπλέον κίνδυνος να πιαστούν και να κλειστούν στα γκέτο της Φρειδερίκης. 
Για να προστατευτούν τα παιδιά αυτών των περιοχών, η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση απευθύνθηκε στις κυβερνήσεις των Λαϊκών Δημοκρατιών της ανατολικής Ευρώπης και εκείνες, όπως ανακοινώθηκε στις 7 Μάρτη 1948, ανέλαβαν να περιθάλψουν τα Ελληνόπουλα για όσο διάστημα χρειαζόταν.

Έτσι, από τις περιοχές της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Θράκης συγκεντρώθηκαν με την ελεύθερη συγκατάθεση των γονέων ή των συγγενών τους περίπου 25.000 παιδιά. 
Ένας μικρός αριθμός από αυτά τα παιδιά ήταν από τις ελεγχόμενες από τον κυβερνητικό στρατό περιοχές, οι γονείς των οποίων, με κίνδυνο της ζωής τους, τα έφεραν στις περιοχές που ήλεγχε ο ΔΣΕ για να μεταφερθούν. Για τη συνοδεία των παιδιών οι ίδιοι οι γονείς εξέλεγαν μια γυναίκα για
κάθε ομάδα 20-25 παιδιών. Με τη μεταφορά των παιδιών ξεκινούσε μια μεγάλη μάχη για τη διάσωση, αλλά και τη μόρφωση και διαπαιδαγώγηση των παιδιών.


Ένα φλιτζάνι ζεστό γάλα στα προσφυγόπουλα που φτάνουν στο σιδηροδρομικό σταθμό των Σκοπίων

Η υποδοχή των παιδιών

Τα προσφυγόπουλα εγκαταστάθηκαν στη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Ουγγαρία, την Τσεχοσλοβακία, την Πολωνία, τη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία και αργότερα στην
Τασκένδη της ΕΣΣΔ. 

Η φροντίδα προς το παιδί, που αποτελούσε συστατικό στοιχείο της σοσιαλιστικής κοινωνίας, εκδηλώθηκε και προς τα Ελληνόπουλα. 
Όλα τα οικονομικά βάρη της διατροφής, το ρουχισμού, της θεραπείας από διάφορες αρρώστιες, καθώς και της μόρφωσης των παιδιών τα ανέλαβαν οι χώρες αυτές δείχνοντας με αυτό τον τρόπο τη διεθνιστική τους αλληλεγγύη προς τον ελληνικό λαό. 

Μόλις οι αποστολές περνούσαν τα σύνορα, τα παραλάμβαναν για να τα φροντίσουν ειδικά συνεργεία από μέλη νεολαιίστικων οργανώσεων, παιδίατροι, παιδοκόμοι, νηπιαγωγοί και νοσοκόμες του Ερυθρού Σταυρού. Από τα παιδιά που στάλθηκαν στις σοσιαλιστικές χώρες, το 60% ήταν αγράμματα, το 17% είχε τελειώσει μόνο την Α΄ Δημοτικού και το 14% μόνο τη Β΄ Δημοτικού. 

Έχοντας ζήσει τα πρώτα χρόνια της ζωής τους στα χωριά της βορείου Ελλάδας στα χρόνια της κατοχής και του Εμφυλίου, σχεδόν όλα έβλεπαν για πρώτη φορά τρένο, λεωφορείο, γιατρό και παιδαγωγό.
 Πρώτη φορά θα μάθαιναν να κοιμούνται σε δικό τους κρεβάτι με καθαρά σεντόνια, να κάνουν το πρωινό τους μπάνιο με σαπούνι, να τους κόβει τα μαλλιά ο κουρέας κ.λπ.

Ο άθλος της εκπαίδευσης των προσφυγόπουλων

Καθοριστικό ρόλο για την υποδοχή, την οργάνωση της ζωής και τη μόρφωση των παιδιών είχε η Επιτροπή Βοήθειας για το Παιδί (ΕΒΟΠ) που συστάθηκε το Μάη του 1948 με πρωτοβουλία του ΚΚΕ. Πρόεδρος της ΕΒΟΠ ήταν ο Πέτρος Κόκκαλης, στέλεχος του ΚΚΕ,
Υπουργός Υγείας της ΠΔΚ και καθηγητής χειρουργικής.

Οι παιδικοί σταθμοί, όπου τα παιδιά έμαθαν τα πρώτα τους γράμματα, ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσαν να προσφέρουν τα σοσιαλιστικά κράτη. 


 Σε παλάτια που άνηκαν πρώτα σε βασιλιάδες και φεουδάρχες φιλοξενήθηκαν τα προσφυγόπουλα από την Ελλάδα. Εδώ ο πύργος του Nove Hrady στη σημερινή Τσεχία, που φιλοξένησε 300 παιδιά.

Ακόμη και μέγαρα ανακτόρων των πρώην βασιλιάδων χρησιμοποιήθηκαν για τη φιλοξενία τους. Στους παιδικούς σταθμούς, τα νηπιαγωγεία και τα σχολεία που φοίτησαν τα Ελληνόπουλα υπήρχαν βιβλιοθήκες, εργαστήρια, μουσικά όργανα, είδη ζωγραφικής, αίθουσες προβολής ταινιών, αθλητικοί χώροι κ.λπ. 

Κάθε σύγκριση ακόμα και με το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα, πόσο μάλλον με εκείνης της εποχής, είναι περιττή. 
Αξίζει να αναφερθεί και ένα παράδειγμα: από το χωριό Βρυσικά στο Σουφλί, όλα τα παιδιά που πήγαν στις σοσιαλιστικές χώρες έμαθαν από μια-δυο τέχνες, ενώ 24 από αυτά γύρισαν με πτυχία ανωτέρων και ανωτάτων σχολών. 
Από τα 40 παιδιά που άρπαξε η Φρειδερίκη από το ίδιο χωριό, μόνο ένα κορίτσι έμαθε την τέχνη της νοσοκόμας...

Υπήρχαν, όμως, και προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπιστούν. Το ένα ήταν να βρεθούν οι εκπαιδευτικοί που θα δίδασκαν στα παιδιά την ελληνική γλώσσα, ιστορία, γεωγραφία κ.λπ. 
Το δεύτερο ήταν ο εφοδιασμός των μαθητών με βιβλία στα ελληνικά, πρόβλημα δύσκολο να επιλυθεί σε χώρες κατεστραμένες από τον πόλεμο, που φυσικά δεν διέθεταν τυπογραφεία με ελληνικές σειρές
τυπογραφικών στοιχείων. 
Παρ’ όλα αυτά, τα προβλήματα ξεπεράστηκαν.Πολύτιμο εργαλείο για την κατάρτιση δασκάλων ήταν το βιβλίο “Παιδαγωγικά Μαθήματα για ένα Δίμηνο Φροντιστήριο” που επεξεργάστηκε η ΕΒΟΠ. 

Το εγχειρίδιο αυτό εκδόθηκε για τις ανάγκες του φροντιστηρίου για τους Έλληνες Δασκάλους των Πολιτικών Προσφύγων. Από το 1949 μέχρι το 1982 εκδόθηκαν με έξοδα των σοσιαλιστικών χωρών περισσότεροι από 150 τίτλοι σχολικών και εξωσχολικών βιβλίων και άλλων διδακτικών βοηθημάτων, με συνολικό τιράζ 1.000.000 αντίτυπα.

Αποτέλεσμα αυτών των προσπαθειών, αλλά και του σοσιαλιστικού χαρακτήρα του εκπαιδευτικού συστήματος στις χώρες αυτές ήταν ότι όλα τα παιδιά τελείωσαν το δημοτικό σχολείο και στη συνέχεια άλλα συνέχισαν τη βασική εκπαίδευση (Γυμνάσιο-Λύκειο) και άλλα πήγαν σε επαγγελματικές σχολές, ενώ στη συνέχεια σπούδασαν σε μέσες, ανώτερες και ανώτατες σχολές. 

Οι απόφοιτοι των μέσων και ανώτερων τεχνικών σχολών ήταν 6.440 ή το 23% του αρχικού αριθμού των παιδιών, ενώ οι απόφοιτοι πανεπιστημιακών σχολών ήταν 4.940 ή το 17,6%. Αναδείχθηκαν σε καθηγητές ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων 253, ενώ πάνω από 500 ήταν αυτοί που απέκτησαν τον τίτλο του Διδάκτορα. 

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι έζησαν και εργάστηκαν στις σοσιαλιστικές χώρες για δεκαετίες, αδελφωμένοι με τους ντόπιους και απολαμβάνοντας όλα τα δικαιώματα που εξασφάλιζε και σε αυτούς ο σοσιαλισμός. 

Δεν ξέχασαν όμως την πατρίδα τους και επέστρεψαν όταν τους επιτράπηκε, τη δεκαετία του ’80 για να συνεχίσουν τη ζωή τους εδώ, να προσφέρουν από διάφορα πόστα με βάση τις γνώσεις που
απέκτησαν και να παλέψουν μαζί με τον ελληνικό λαό για ένα καλύτερο αύριο.

_____________
http://istorika-ntokoumenta.blogspot.gr/2016/08/blog-post_30.html

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

Οι διανοούμενοι και το διακύβευμα της εποχής μας

21ος ΑΙΩΝΑΣ


03-Caldwell-Cerebration-detail
Νίκος Κατσιαούνης –
Το κείμενο αποτελεί το επίμετρο στο βιβλίο «5 Έλληνες Οικουμενικοί Στοχαστές» από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων.-
Οι στοχαστές που παρουσιάζονται σε αυτό τον τόμο αντανακλούν μια παγκοσμιότητα της σκέψης. Υπήρξαν άνθρωποι που επηρέασαν με το στοχασμό τους την οικουμενική κληρονομημένη σκέψη, ενώ το έργο τους αποτελεί μέχρι και σήμερα σπέρμα γονιμοποιό για όσους θέλουν να διαυγάσουν με έναν ουσιαστικό τρόπο τη σημερινή κατάσταση, αλλά και να οδηγηθούν σε μια πιο ριζοσπαστική θεώρηση των πραγμάτων.
5-oikoumenikoi-ellines-stoxastes-1
Κάθε άνθρωπος είναι παιδί της εποχής του. Ζει, δημιουργεί, σκέφτεται, αμφισβητεί, ενσωματώνει ή απορρίπτει, παράγει σημασίες και δίνει νόημα σε αυτό που βιώνει ανάλογα με τις συνθήκες και την εκάστοτε κοινωνική κίνηση. Οι εν λόγω στοχαστές έδρασαν περίπου την ίδια πάνω-κάτω εποχή, σε διαφορετικά αλλά και κοινά πεδία αναζήτησης, και σε μια κοινωνικοϊστορική περίοδο όπου θα μπορούσαμε, με μια δόση αφαίρεσης, να πούμε ότι υπήρχε ένας ευρύτερος αναστοχασμός και ανάπτυξη μιας «επιθετικής» και ριζοσπαστικής σκέψης που διεμβόλιζε το υπάρχον. Οι διαψεύσεις και η ματαίωση των ελπίδων που γέννησαν οι κοινωνικές επαναστάσεις και οι εξεγέρσεις, η βαρβαρότητα και το βίωμα των Ολοκληρωτισμών, αλλά παράλληλα και μια υπάρχουσα και δρώσα κοινωνική κίνηση που επιδίωκε τη ρήξη με την κυρίαρχη κατάσταση, οδήγησαν στην παραγωγή ενός μεγάλου, πολυσχιδούς και πολύπλευρου κριτικού στοχασμού που αποτέλεσε σημαντικό εργαλείο ανάλυσης του υπάρχοντος αλλά και αναζήτησης του διαφορετικού, ενός άλλου κόσμου σε αντιδιαστολή με αυτόν που υπήρχε.
Ήταν η περίοδος όπου άρχισε να αναπτύσσεται ένας κριτικός λόγος που δεν οριοθετούνταν απαραίτητα ανάμεσα στα κυρίαρχα αντιμαχόμενα στρατόπεδα της εποχής, αλλά προσπάθησε να τοποθετηθεί πέρα από αυτά και να ανακαλύψει νέους δρόμους. Σε ένα αρκετά μεγάλο μέρος των διανοούμενων της εποχής, ειδικά μετά τη μεταπολεμική περίοδο, μία από τις κεντρικές δραστηριότητες ήταν η αμφισβήτηση της εξουσίας ως αυθεντίας και η υπονόμευσή της.[1] Η ενδυνάμωση των κριτικών εργαλείων, μέσω μιας ευρύτερης ενσωμάτωσης διεπιστημονικών θεωρήσεων, ενίσχυσε ουσιαστικά αυτή τη ρήξη με τις μορφές εξουσίας.
Την περίοδο, όμως, που βρέθηκαν στο προσκήνιο αυτοί οι ριζοσπάστες στοχαστές ακολούθησε μια άλλη, αρκετά διαφορετική. Μια περίοδος που χαρακτηρίζεται από έναν γενικευμένο κομφορμισμό και μια διευρυμένη ασημαντότητα, για να θυμηθούμε τον Κορνήλιο Καστοριάδη. Αυτό αποτυπώθηκε στο χώρο του στοχασμού και της διανόησης. Η ριζοσπαστικότητα έδωσε τη θέση της στην ενσωμάτωση του κριτικού λόγου από το κυρίαρχο σύστημα. Ο δημόσιος διανοούμενος παραχώρησε τη θέση του στον τεχνοκράτη διανοούμενο.[2] Η πλειοψηφία των διανοούμενων είτε κλείστηκε στον εαυτό της και στα πανεπιστήμια, τελώντας το «λειτούργημα» της επιστημονικής και «ουδέτερης» έρευνας, είτε πρόσφερε απλόχερα τις υπηρεσίες στους μηχανισμούς εξουσίας.
Με αυτό τον τρόπο αποτέλεσαν τον πολιορκητικό κριό μιας ηθικής και πολιτικής νομιμοποίησης της κυρίαρχης εξουσίας αλλά και μιας τεχνικής διαχείρισης αυτής. Δηλαδή, η όποια παραγόμενη γνώση χρησιμοποιήθηκε για τη «βελτίωση» ή τη «μετεξέλιξη» των όρων κυριαρχίας και των δομών διακυβέρνησης. Αρκετοί από τους διανοούμενους, ακόμα και οι πάλαι ποτέ «ριζοσπάστες», όχι μόνο λειτούργησαν συμβουλευτικά-τεχνοκρατικά στη διαχείριση της εξουσίας, αλλά συμμετείχαν και οι ίδιοι σε καθεστωτικούς και κομβικής σημασίας θεσμούς συνδιαχείρισης, καταλαμβάνοντας θέσεις-κλειδιά στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας.
Εδώ θα ήταν πρέπον, νομίζω, να σημειωθεί ότι και η ίδια η κοινωνία πέρασε σε μια καινούργια κατάσταση. Η περίοδος από τα μέσα του 1970 και πέρα σημασιοδότησε μια αλλαγή στον τρόπο που το άτομο και η κοινωνία αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους (σε συνδυασμό με μια αναδίπλωση και αλλαγή του κυρίαρχου καπιταλιστικού μοντέλου διαχείρισης). Ο διαρκής και άνευ όρων και ορίων καταναλωτισμός, ο κενός «ευδαιμονισμός», η πολυδιάσπαση της ταυτότητας και η μεγέθυνση της αλλοτρίωσης του υποκειμένου, η καθολική εξατομίκευση, η κονιορτοποίηση των σημασιών που συγκροτούν τις κοινωνίες ήταν μερικοί από τους παράγοντες που εξοβέλισαν κάθε υπόνοια αναστοχασμού και αναζήτησης. Το άτομο και οι κοινωνίες δεν αναζητούσαν πλέον το διαφορετικό, με αποτέλεσμα να εκλείψει κάθε ενδιαφέρον σχετικά με την αναζήτηση και τη σύνθεση νέων ριζοσπαστικών ιδεών.
Η μεγάλης διάρκειας απόδραση της πολιτικής από την κοινωνία, δηλαδή η παραίτηση και η αδιαφορία ενός μεγάλου μέρους του κοινωνικού συνόλου από τη διαδικασία της ενεργούς και διαυγασμένης κοινωνικοπολιτικής θέσμισης, έχει αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια της μέχρι και τις μέρες μας. Αποτελεί πλέον κοινό ότι η κρίση που βιώνουμε τόπο είναι κρίση θεσμών και νοήματος. Το κυρίαρχο σύστημα αδυνατεί πλέον να νομιμοποιήσει τα θεμέλια εγκυρότητάς του. Και είναι σήμερα που ένας νέος αναστοχασμός, μια νέα ριζοσπαστική θεώρηση αποτελεί επιτακτική ανάγκη. Οι διανοούμενοι, παρόλο που υπάρχουν αρκετές και ενδιαφέρουσες εξαιρέσεις, όχι μόνο δεν συμβάλλουν σε αυτή την προοπτική, αλλά αντίθετα προσπαθούν να επιτελέσουν το ρόλο του εγγυητή του συστήματος. Πλήρως αφομοιωμένοι και οργανικά δεμένοι με το κυρίαρχο καθεστώς, το υπερασπίζουν, καταδικάζουν κινήσεις ρήξης, απεγκλωβισμού και εξόδου και, όπως σωστά τους ονομάτισε ο Αλαίν Μπαντιού σε πρόσφατη ομιλία του στην Ελλάδα, αποτελούν τα «μαντρόσκυλα του συστήματος».
Στη σημερινή συγκυρία και με την πολιτική κρίση να βαθαίνει, τίθεται επιτακτικά το ερώτημα του επαναορισμού των εννοιών. Να ξανασυζητήσουμε τους ορισμούς, τις έννοιες, τις σημασίες και τις αξιακές προκείμενες που συγκροτούν τις κοινωνίες, ορίζουν τη ζωή και δίνουν νόημα στα άτομα και τις κοινωνίες. Να τις ορίσουμε μακριά από το ασφυκτικό πλαίσιο της εξουσιαστικής δομής. Ο Καστοριάδης μάς υπενθυμίζει ότι κυρίαρχος είναι αυτός που ορίζει τις σημασίες κι όχι αυτός που κατέχει το μονοπώλιο της βίας. Αν ως άτομα και ως κοινωνία δεν το κάνουμε πράξη, τότε θα το κάνει κάποιος άλλος για εμάς με τις καταστροφικές συνέπειες που αυτό συνεπάγεται. Κι εδώ είναι που οι διανοούμενοι σήμερα μπορούν να συμβάλουν. Όχι στη βάση της καθοδήγησης αλλά στη βάση της δημιουργικής και διαλεκτικής σύνδεσης με ένα νέο χειραφετικό πρόταγμα ρήξης, σύνθεσης και δημιουργίας ενός καινούργιου κόσμου. Γιατί η μάχη των ορισμών και των σημασιών, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί το κρισιμότερο διακύβευμα της εποχής μας.
[1] EdwardW. Said, Διανοούμενοι και εξουσία, μτφρ. Γιάννης Παπαδημητρίου, Scripta, Αθήνα 21999, σελ. 108.
[2] Κώστας Δουζίνας, «Οι σιωπηλοί και οι λαλίστατοι διανοούμενοι του καιρού μας»,Εφημερίδα των Συντακτών, 18/2/2014.

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

ΓΥΜΝΙΣΜΟΣ, ΖΩΗ ΚΑΤΑ ΦΥΣΗ - Του Κώστα Ζυρίνη

 Isabelle
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΓΥΜΝΗ:
Όταν η Εύα αποπλάνησε (δήθεν) τον Αδάμ, γέννησαν μερικούς ανθρώπους, κι αυτοί οι άνθρωποι στη συνέχεια έπλασαν τους θεούς. Δηλαδή, αποθέωσαν  την άγνοια. Αυτοί οι θεοί τους επέβαλαν εκ των υστέρων το φύλλο συκής και, κατά συνέπεια την περιέργεια του “τι να υπάρχει άραγε κάτω απ αυτό το φυλλαράκι”; Κι έτσι άρχισε να πληθύνεται η Ανθρωπότητα. Από μια περιέργεια. 

Του Κώστα Ζυρίνη

Στα χρόνια που άκμαζε ο πολιτισμός του Παρθενώνα, οι απανταχού δημιουργοί και θεράποντες-του τιμούσαν δεόντως το γυμνό κορμί στους τομείς της αισθητικής, της παιδείας, της θρησκείας και... της κρεβατοκάμαρας τους, θέλω να πιστεύω.

Χρόνια πολλά μετά, μια “καθαρή” ψυχή που άκουγε στο όνομα Παύλος -ψυχοβγάλτης κι αυτός- αφού κήρυξε εκτός νόμου τον Δία και το σόι του, αφού κατάργησε Δημόκριτους, Επίκουρους και όποιους όσους αντιφρονούντες νοήμονες, εισήγαγε τον Έναν και Μοναδικό Πατέρα  Παντοκράτορα. Κι αυτός ο ένας και μοναδικός δεν θα μπορούσε -κατά τη γνώμη του Παύλου πάντα- ν’ αντέχει την έκθεση σε κοινή θέα οποιουδήποτε πέους, αιδοίου, γλουτού, ή (χαριτωμένου έστω) βυζακίου. Επί ποινής Κολάσεως, σου λέει. Μιλάμε γιαπολλή αυστηρότητα. Σκέτη καταστολή! Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας.


Το θέμα μας είναι ο γυμνισμός. Και όχι αυτός ο γκετοποιημένος “φυσιολατρικός” γυμνισμός των προηγούμενων δεκαετιών που εκφυλίστηκε εν τέλει σε μια «μαστ» φευγαλέα μόδα κάποιων και καλά «πνευματικά χειραφετημένων» μικροαστών για να καταλήξει στη γραφικότητα, αλλά ο γυμνισμός ως συμφυές στοιχείο μιας γενικότερης πολιτισμικής κοσμοαντίληψης και μιας ανοιχτής οικολογικής συνείδησης. Και ως τέτοιος δεν μπορεί παρά να έχει, εκτός από τους φαρισαίους και ανεγκέφαλους φανατικούς της κάθε «ορθοδοξίας» και άλλους ποικίλους εχθρούς.

Επεισόδιο πρώτο. Τόπος: ένα γοητευτικό φαράγγι στην Ικαρία, τόσο απρόσιτο που, εκτός από μας, μόνο τα κατσίκια θ’ αποφάσιζαν να κατέβουν μέχρι κάτω, στην κοίτη του. Είμαστε τρία ζευγάρια με τέσσερα ανήλικα παιδιά και δυο ημίαιμα, άκακα σκυλιά. Στρώνουμε το έδαφος και στήνουμε τα πέντε διακριτικά αντίσκηνά μας κάτω από τη βαθιά σκιά των τεράστιων δέντρων. Είμαστε έτοιμοι ν’ αποτοξινωθούμε για είκοσι μέρες από την κόλαση των ανθρωπογενών ρύπων της Αθήνας.

Την επομένη, μερικοί από μας, οριζοντιωμένοι στην άμμο δίπλα στο κύμα, παίρνουμε ικανή δόση υπεριωδών ακτινων σε όλο (ανεξαιρέτως) το εμβαδόν της σάρκας μας, όταν καμιά δεκαριά «αγανακτισμένοι» ντόπιοι κάνουν απόβαση από ένα καΐκι και κινούνται εναντίον μας. Κανείς μας δεν σαλεύει. «Μαζεύτε τα και ξεκουμπιστείτε ρε...(ακολουθούν μια σειρά, κάθε άλλο παρά χριστιανικοί, βορβορώδεις χαρακτηρισμοί) …έχουμε και μικρά παιδιά που…». Δεν είχαν μικρά παιδιά μαζί τους (σε αντίθεση με μας), αλλά τέλος πάντων…

Κανείς μας δεν κινείται. Κάποιοι επιχειρούμε ν’ αναφερθούμε στα δικαιώματά μας ως Ελλήνων πολιτών ώσπου, ως αντεπιχείρημα, μια κοτρόνα δεκαπέντε κιλών ζυγιάζεται πάνω από το κεφάλι του ξαπλωμένου, πλην ατάραχου, γιου μου Ορέστη. Ευτυχώς κανείς μας δεν διαθέτει τόση γενναιότητα όση απαιτείται για να πλακωθούμε στο ξύλο μ’ αυτά τα διπλάσια σε αριθμό καθάρματα,  ρισκάροντας το κεφάλι ενός παιδιού. Του δικού μου παιδιού.

Το απόγευμα της ίδιας μέρας στεκόμαστε, ως καταγγέλλοντες πλέον, μπροστά στον ιθαγενή αστυνομικό διοικητή, που έκανε μεν ότι δεν ήξερε τίποτε επί προσώπων και πραγμάτων, πλην επιχείρησε να μας διδάξει ολίγη ποινική δικονομία διαβάζοντας μεγαλοφώνως τα περί γυμνισμού σχετικά: «Ποινικός Κώδικας, άρθρο 353. Πρόκληση σκανδάλου με ακόλαστες πράξεις. Πρώτον, όποιος δημόσια επιχειρεί ακόλαστη πράξη και προκαλεί μ’ αυτή σκάνδαλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Δεύτερον, όποιος εν γνώσει του προσβάλλει βάναυσα την αιδώ άλλου με ακόλαστη πράξη που επιχειρείται ενώπιον του τιμωρείται με φυλάκιση 6 μηνών». Και σηκώνει το βλέμμα του για να το καρφώσει πάνω μας ικανοποιημένος για την επαγγελματικώς άψογη στάση του.

«Πρώτον», του λέω, «ξεχάσατε περιέργως την κατακλείδα του 353, που λέει ότι για την ποινική δίωξη αυτής της πράξης απαιτείται έγκληση. Δεύτερον, πώς υποστασιοποιούνται οι όροι “σκάνδαλο”, “ακόλαστος πράξις” και “δημόσια αιδώς” όταν εμείς είμαστε αραχτοί στον ήλιο χωρίς ψυχή ζώσα γύρω μας; Τρίτον, σχετικό τμήμα ερμηνευτικής διάταξης του 353 λέει, μεταξύ των άλλων, ότι “η γυμνόστηθος εμφάνισις των γυναικών, και ο γυμνισμός γενικότερα, έπαυσε πλέον να θεωρείται ακόλαστος πράξις και δεν εμπίπτει πλέον στις διατάξεις του σχετικού άρθρου». Κουφάθηκε ο δικός σου, κι εμείς στου κουφού την πόρτα …

Το ίδιο βράδυ μαθαίνουμε στο ψιθυριστό από την ιδιοκτήτρια της ταβέρνας -η οποία ιδιοκτήτρια τα πρωινά ασκεί και καθήκοντα γραμματέως σε κάποια κοινοτική υπηρεσία- ότι γνωστός λεφτάς ιδιώτης, με πρωτοπαλίκαρο τον τραμπούκο με την κοτρόνα των δεκαπέντε κιλών που ακούει στο όνομα Καλαμπόγιας, θέλει ν’ ανοίξει παράνομα δρόμο στην πλαγιά του φαραγγιού και συνεπώς ο ακριβώς από κάτω προσωρινός καταυλισμός μας του δένει τα χέρια.


Όλοι ξέρουν τον τραμπούκο Καλαμπόγια στην περιοχή, αλλά πολλοί πιστεύουν ότι «θα τα κονομήσουν» από τις αμφιβόλου νομιμότητας δραστηριότητες του λεφτά ιδιώτη, άλλοι απλώς τον τρέμουν και κανείς δεν μιλάει. Αυτά, που λες, είναι και τα αίτια που ενεργοποίησαν τα χρηστά τους ήθη, με αιχμή το αντιγυμνιστικό τους μένος.

Μετά από μερικές μέρες αδιάλειπτου πολέμου νεύρων (αλλά και πυροβολισμών στον αέρα), αρχίζει ο καθ’ εαυτού βομβαρδισμός: τα μηχανήματα δεν μπορούν να περιμένουν άλλο. Τα φιτίλια ανάβουν, οι δυναμίτες εκρήγνυνται, τα βράχια κατρακυλούν από ψηλά και δυο από τα αντίσκηνα μας καταπλακώνονται από τις κοτρόνες. Ευτυχώς δεν έχουμε θύματα και παραμένουμε πεισματικά μέχρι και την τελευταία μέρα.


Επεισόδιο δεύτερο: Ένα άλλο καλοκαίρι. Νάξος. Μια απέραντη ονειρεμένη παραλία. Η ίδια περίπου παλιοπαρέα. Τα περισσότερα από τα αντίσκηνά μας παραμένουν διπλωμένα, διότι τα ξανθά καλάμια αφθονούν και το παιχνίδι της κατασκευής καλαμοσκέπαστρου είναι γοητευτικό. Τρία χιλιόμετρο πιο πέρα βρίσκεται ένα, από κάθε άποψη ακαλαίσθητο, φωνακλάδικο και οικονομικώς πιασοκωλάδικο «κάμπινγκ» διαθέτον ταβέρνα με κοψίδια, ντίσκο της συμφοράς και σούπερ μάρκετ!

Θεωρητικώς και ατύπως η παραλία είναι παραλία γυμνιστών. Πρακτικώς όμως, είναι τέτοια μόνο για τους πελάτες του κάμπινγκ. Οι άλλοι, μέχρι να γίνουν κι αυτοί πελάτες, βρίσκονται υπό απηνή διωγμό. Ως εξής: κάθε δυο-τρεις μέρες, χαράματα πάντα, δυο-τρία όργανα του τοπικού αστυνομικού τμήματος, με το πρόσχημα της παράνομης κατασκήνωσης, ξεχύνονται στην παραλία και με τα γκλομπ, με τις κλωτσιές ή και με τα δύο, ρίχνουν τα καλαμόπλεχτα σκιάδια, αδιαφορώντας για τη σωματική ακεραιότητα όσων κοιμούνται ανυποψίαστοι από κάτω.


Όταν πρόκειται για αλλοδαπούς, τους παίρνουν (παρανόμως εννοείται) τα διαβατήρια και τους λένε «ελάτε να τα παραλάβετε από το τμήμα, αφού φέρετε γραπτή βεβαίωση ότι έχετε βρει νόμιμο κατάλυμα». Εννοείται ότι άλλο «νόμιμο κατάλυμα» από το παρακείμενο κάμπινγκ δεν υπάρχει. Απροσχημάτιστο νταβατζιλίκι, δηλαδή.


Πριν μας ξυπνήσουν κι εμάς τα γκλομπ και τα ουρλιαχτά των μπάτσων, συντάσσω και καταθέτω μια λεπτομερή και εμπεριστατωμένη καταγγελία κατά των αστυνομικών οργάνων στην τοπική Εισαγγελία, ενισχυμένη με τις υπογραφές πολλών μαρτύρων και 
στη συνέχεια την κοινοποιώ στο ίδιο το αστυνομικό τμήμα (που δεν ήθελε αρχικά να την παραλάβει). Το «αντίσκηνο απαγορεύεται, κύριε…» μου την πέφτει ο αστυνομικός διοικητής και συνεχίζει «… επιτρέπεται μόνο σε ιδιωτικούς χώρους και με ορισμένες προδιαγραφές, όπως τα κάμπινγκ!». «Μα εγώ δεν είμαι εδώ γι αυτό. Κι εξάλλου δεν έχω στήσει αντίσκηνο. Ένα απλό σκιάδι από καλάμια …». «Ρυπαίνετε το χώρο…». «Αντίθετα καθαρίσαμε την παραλία σε πλάτος χιλίων μέτρων από την πρώτη στιγμή που …». «Είστε και γυμνισταί!». «Αποφάσισα να πάω στην Κόλαση, όπου, απ’ ό,τι άκουσα μικρός στην εκκλησία, όλοι εκεί είναι γυμνοί. Εσάς τι σας κόφτει;». «Είμαστε υπεύθυνοι για την έννομη τάξη!». «Όπως και για τη συλλογή διαβατηρίων και δολαρίων των αλλοδαπών που δεν θέλουν να μείνουν στο μαγαζί του φίλου σας για παράδειγμα!».

Μαζεύει έμπλεος τσαντίλας τη στοίβα των διαβατηρίων από το γραφείο του και τη ρίχνει στο συρτάρι. «Πηγαίνετε και … τελειώσαμε»!


Οι επόμενες μέρες κυλούν ειδυλλιακά για όλους τους ελεύθερους κι ωραίους της παραλίας, χωρίς γιουρούσια και κατασχέσεις διαβατηρίων,    ώσπου…

Τα χαράματα της αποφράδας μέρας που θα γυρίζαμε στην γκρίζα και μολυσμένη πρωτεύουσα του έθνους … με συλλαμβάνουν. Αυτόφωρο, λέει! Παράνομη κατασκήνωση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος!

Καταφέρνω να μη δικαστώ αμέσως.

Μήνες αργότερα, παίρνω και την απάντηση της Εισαγγελίας για τη   δική μου καταγγελία: «… κατόπιν εισαγγελικών ερευνών, δεν στοιχειοθετείται καμία παράβαση εκ μέρους των οργάνων…» Μεγάλε!

Και κάτι μέρες αργότερα βρίσκομαι στο εδώλιο του κατηγορούμενου στη Νάξο για «παράνομη κατασκήνωση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος», όπου και αθωώνομαι τελικά, καθότι οι της έδρας ζούσαν εκεί και ήξεραν πολύ καλά τι παιχνίδι παιζόταν.




Επεισόδιο τρίτο, τέταρτο, πέμπτο… Μ’ αυτά και μ’ αυτά, κάπως έτσι ξεκίνησα να εγκαταλείπω τα πάτρια όλο και συχνότερα και να πηγαίνω γι άλλα μέχρι που κατέληξα να γυρνάω τον πλανήτη πάνω κάτω και πλαγίως. Ουδέν κακό αμιγές καλού!

Αλλά αυτή δεν είναι η μοναδική όψη της πραγματικότητας περί τη δυνατότητα του κατασκηνώνειν ελευθέρως και του γυμνιστικού δικαιώματος.


Σήμερα όλο και περισσότεροι πολίτες αυτής της χώρας με την ανεπανάληπτη φυσική ομορφιά νοιώθουμε τη ζωτική ανάγκη για μια ισορροπημένη σχέση με το παρθένο φυσικό περιβάλλον.

Όλο και περισσότεροι αποζητούμε τη γαλήνη και τη ψυχική αποκατάσταση που χαρίζει απλόχερα η αμόλυντη φύση.

Όλο και περισσότεροι αντιδρούμε στο ρόλο του υποταγμένου μαζάνθρωπου που μας επιφυλάσσει η μεταβιομηχανική καπιταλιστική κοινωνία.

Όλο και περισσότεροι, λοιπόν, επιχειρούμε ν’ αποδράσουμε από την κυκλοφοριακή βαρβαρότητα και την απομόνωση των κελιών οπλισμένου σκυροδέματος, τα οποία (χλευαστικά) χαρακτηρίζονται σπίτια.

Είναι κάτι που υπερβαίνει κατά πολύ τον κατά τα άλλα συμπαθή κλασικό φυσιολατρικό γυμνισμό. Είναι η ενστικτώδης ανάγκη επιβίωσης. Και δεν νοείται (για τους όσους νοήμονες) επιβίωση έξω και ενάντια στη Φύση. Θύμωσα πάλι!

Όλοι εμείς οι «εστέτ της φυσικής ευζωίας», όπως με χαρακτήρισε κάποτε ένας ταπεινός όσο και χαρισματικός παπάς που λειτουργεί σε κάποιο εκκλησάκι της Σερίφου και που, μιλώντας μαζί του για τον Επίκουρο, τη φαραωνική Αίγυπτο και τους ινδουιστές γυμνόσοφους μέχρι τη σύγχρονη οικολογία, συμφωνήσαμε (σχεδόν) σε όλα… Όλοι «εμείς» λοιπόν, οι ανοχύρωτοι και σκόρπιοι «εστέτ της φυσικής ευζωίας», λέμε εξ επαγωγής «όχι»:



Λέμε «όχι» κατ’ αρχάς στα λιγούρια που κυκλοφορούν στις κυριλάτες «γυμνιστικές» παραλίες με το μάτι τους θολό από την αιώνια στέρηση.


Λέμε «όχι στους λαδωμένους μποντιμπιλντεράδες με τα χρυσά μπρασελέ που παίζουν ρακέτες με τις ώρες πάνω από τα κεφάλια μας, με την ελπίδα να τραβήξουν την προσοχή κάποιας (ή κάποιου) υποψήφιου ερωτικού εταίρου.





Λέμε «όχι» στους “φτασμένους” που εισβάλλουν στις ερημικές κόχες μας με το ταχύπλοο ή το πανάκριβο τζιπ, με “αντισκηνάκι”  έξι δωματίων, φορητό ψυγείο, φορητή τηλεόραση, φορητό ντόπερμαν, φορητή Φιλιππινέζα, φορητά κακομαθημένα παιδιά, φορητή πισίνα, φορητό τηλέφωνο, φάξ,ίντερνετ και ονλάιν σύνδεση με τη Σοφοκλέους, φορητό μαγνητόφωνο με άσματα Καρβέλα και Πανταζή … Αυτοί είναι οι πλέον αφόρητοι.


Λέμε «όχι» στις μη μου άπτου γκόμενες με τα μαύρα γυαλιά και τα δεκάδες μπουκαλάκια με τους αντηλιακούς, αντικυτταριτιδικούς, εντομοαπωθητικούς (και γενικώς απωθητικούς) σοβάδες.

Λέμε «όχι» στους ματάκηδες του απέναντι βράχου. Στους καλοκαιρινούς κρότωνες των δικών μας λημεριών.

Λέμε «όχι» σ’ όλα εκείνα τα δίποδα γαϊδούρια (στα τετράποδα λέμε «ναι») που αφήνουν τα σκουπίδια τους στην παραλία και τα μαζεύουμε εμείς, τα «κορόιδα». Και λέμε το πιο έντονο όχι στους μικρόνοες ωχαδερφιστές που ανάβουν τη «ρομαντική φωτίτσα» τους στην παραλία, δέκα μέτρα από την απαρχή του πευκοδάσους.

Λέμε «ναι» στις γελάδες, στα κατσίκια, στα πρόβατα, στις πεταλούδες, στα τζιτζίκια, στις μέλισσες… ακόμα και στους σκορπιούς. Και τι έγινε, δηλαδή! Και λέμε «ναι» γενικώς σ’ όσους δεν λέμε «όχι».

___________
http://zyrinis.gr/node/14706