"Θα μείνω πάντα ιδανικός/κι ανάξιος εραστής/των μακρυσμένων ταξιδιών/και των γαλάζιων πόντων.".....................Νίκος Καββαδίας
* * * * * * * * * * * * * * * ** * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * Σεπτέμβριος 2018 * * * * * * * *
Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015
...για την Ευρώπη: Ποιοι είναι οι πιο δραστήριοι Έλληνες ευρωβουλευτέ...
...για την Ευρώπη: Ποιοι είναι οι πιο δραστήριοι Έλληνες ευρωβουλευτέ...: ΤΡΊΤΗ 3 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ, 2015 Υποτονική είναι η παρουσία των φιλοευρωπαίων Ελλήνων ευρωβουλευτών στην Ευρωβουλή, σύμφωνα με έρευνα, η οπ...
Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014
Κορνήλιος Καστοριάδης. Το θάρρος της ελεύθερης αναζήτησης
Επιστρέφουμε σε έναν σημαντικό στοχαστή επειδή βρίσκουμε στο έργο του πολύτιμα στοιχεία και ιδέες, που μας βοηθούν να κατανοήσουμε όψεις της σύγχρονης πραγματικότητας και να προσανατολιστούμε στις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις του παρόντος.
Toυ Θανάση Γιαλκέτση
Εχουν περάσει 16 χρόνια από τον θάνατο του Κορνήλιου Καστοριάδη, αλλά η κριτική διαύγεια της σκέψης του δεν έχασε τη δύναμή της στο πέρασμα του χρόνου. Οποιος διαβάζει σήμερα τα βιβλία του υποχρεώνεται να αναγνωρίσει ότι υπήρξε ένα από τα πιο θαρραλέα, τα πιο δημιουργικά, τα πιο ελεύθερα και ανεξάρτητα πνεύματα του καιρού του. Στις σελίδες τους βρίσκουμε απορίες, ερωτήματα και απαντήσεις για πολλά από τα προβλήματα που μας απασχολούν ζωηρά και σήμερα, όπως είναι για παράδειγμα η κρίση της πολιτικής αντιπροσώπευσης, το ζήτημα της εξουσίας και της ελευθερίας, η κατάσταση της φιλοσοφίας και των επιστημών, η επικράτηση του γενικευμένου κομφορμισμού, η άνοδος της ασημαντότητας κ.ά.
Σε ένα «Λεξικό των Γάλλων διανοουμένων» (Dictionnaire des intellectuels français, Seuil, 1996) διαβάζουμε για τον Κορνήλιο Καστοριάδη: «Στοχαστής πληθωρικά παραγωγικός, ο Κορνήλιος Καστοριάδης δεν έπαψε να διατηρεί ακέραιη μιαν επαναστατική βούληση, ακόμα και όταν γινόταν ο πιο αυστηρός επικριτής των ολοκληρωτικών παρεκκλίσεων. Οποιο και αν είναι το πεδίο στο οποίο ασκεί τη διαυγή του κρίση, προσπαθεί να απελευθερώσει τις δυνατότητες του θεσμίζοντος και της φαντασίας από τα βάρη ή από τις λογικές της εξουσίας και του εμπορεύματος στις οποίες είναι προσκολλημένες.
Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη το 1922, σπούδασε δίκαιο, οικονομία και φιλοσοφία στην Αθήνα. Στη διάρκεια του πολέμου στρατεύτηκε στην Αντίσταση και, καθώς ήταν τροτσκιστής, αντιτάχθηκε στη θέληση των σταλινικών κομμουνιστών για ηγεμονία. Μετά την Απελευθέρωση, θα μεταναστεύσει στη Γαλλία. Εκεί θα συνδεθεί με το τροτσκιστικό κίνημα, όπου θα συναντήσει τον Κλοντ Λεφόρ, με τον οποίο θα δημιουργήσουν μια τάση που θα έρθει σε ρήξη με τον τροτσκισμό και θα συγκροτήσει την οργάνωση “Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα”, το 1948. Ο Καστοριάδης είναι από τότε ένας από τους κύριους εμπνευστές αυτής της ομάδας, με το ψευδώνυμο Πιερ Σολιέ, καθώς αρχίζει να εργάζεται ως οικονομολόγος στον ΟΟΣΑ, όπου θα παραμείνει μέχρι το 1970. Στην ομάδα “Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα” προτείνει μιαν ανάλυση της Σοβιετικής Ενωσης ως μορφής κρατικού καπιταλισμού, που έχει έρθει βέβαια σε ρήξη με την ατομική ιδιοκτησία, αλλά όχι με τις επικρατούσες μορφές εξουσίας και κυριαρχίας, τις οποίες αντίθετα έχει ενισχύσει. Αναπτύσσοντας μια κριτική του μαρξισμού βασιζόμενη στην ανικανότητά του να αναλύσει το ζήτημα της εξουσίας, προτείνει τον αναπροσανατολισμό της επαναστατικής δράσης προς την υπόθεση μιας άλλης δόμησης της εξουσίας.
Δεν αρνιέται όμως την ιδέα της επαναστατικής οργάνωσης, της οποίας η ομάδα “Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα” θέλει να είναι η προεικόνιση, μέχρι τη διάλυσή της, το 1966. Αυτή η πρωταρχική σημασία που αποδίδεται στο ζήτημα της εξουσίας θα τον οδηγήσει αργότερα να προσεγγίσει τις αναλύσεις της Χάνα Αρεντ, τόσο σε ό,τι αφορά την κριτική της στον ολοκληρωτισμό όσο και την απαιτητική της αντίληψη του ενεργού πολίτη, αντίληψη που σημαδεύεται από την ισχυρή επιρροή του αρχαιοελληνικού μοντέλου και από την εμπειρία των επαναστάσεων της νεότερης εποχής. Ο Καστοριάδης αναφέρεται σε μια ενεργητική πολιτική της θέσμισης ως κινήματος εναντίον της επαναφομοίωσης από την κατεστημένη εξουσία. Διατυπώνει έτσι ένα ιδεώδες αυτονομίας που ισχύει τόσο για τις κοινωνίες όσο και για το άτομο. Σε ό,τι αφορά το άτομο, η αναζήτηση της αυτονομίας θα πάρει τους δρόμους της ψυχανάλυσης, για την οποία ο Καστοριάδης θα εκδηλώσει αυξανόμενο ενδιαφέρον, σε σημείο που θα γίνει ο ίδιος ψυχαναλυτής το 1973, σε αυτό που συγκροτείται τότε με το όνομα “Τέταρτη ομάδα”. Οσο για την αυτόνομη κοινωνία, παίρνει κατ’ αυτόν την όψη της αυτοθεσμιζόμενης κοινωνίας, η οποία του φαίνεται ότι βρίσκεται στους αντίποδες όχι μόνον των ολοκληρωτικών καθεστώτων αλλά και των μορφών ιεραρχίας και ανάθεσης της εξουσίας που λειτουργούν στις καπιταλιστικές κοινωνίες.
Διευθυντής σπουδών, μετά το 1980, στην École des hautes etudes en sciences sociales, ο Καστοριάδης θα συνεχίσει να αναπτύσσει μια κριτική ανάλυση της κοινωνίας βασιζόμενη σε μιαν επαναστατική και όχι φιλελεύθερη επιλογή, σε αντίθεση με τις πολυάριθμες κριτικές του ολοκληρωτισμού που θα αποκαταστήσουν τον φιλελευθερισμό. Ειδικά η κριτική του στην κυριαρχία θα στραφεί προς την κατεύθυνση μιας κριτικής στην τεχνοεπιστήμη και στον τρόπο με τον οποίο αυτή μεταμφιέζει τις κοινωνικές επιλογές σε αντικειμενικούς καταναγκασμούς. Απέναντι σε αυτό το φαινόμενο, θεωρούσε ότι οι δυνατότητες της αυτονομίας υποκινούνταν καλύτερα με την προσφυγή στο φαντασιακό και αφιέρωσε τις προσπάθειές του στην επεξεργασία μιας θετικής θεωρίας της φαντασίας, επανεξετάζοντας γι’ αυτόν τον σκοπό τη φιλοσοφική παράδοση και ιδιαίτερα το έργο του Αριστοτέλη. Εδωσε μια αυστηρή και αμφισβητούμενη ανάλυση του εκπνέοντος σοβιετικού κομμουνισμού, με τη μορφή μιας κυριαρχίας της στρατιωτικής εξουσίας, της στρατοκρατίας.
Πολιτικός στοχαστής που προέρχεται από τον μαρξισμό, ο Καστοριάδης είναι ένας από εκείνους που συνέβαλαν καλύτερα σε μιαν ανανέωση της σύγχρονης σκέψης, με μια διανοητική περιέργεια σε συνεχή εγρήγορση, συνοδευόμενη από μια μέριμνα κριτικής επαγρύπνησης που ποτέ δεν αφοπλίστηκε».
Τιμάμε έναν στοχαστή όταν συζητάμε για το έργο του, όταν αναμετριόμαστε κριτικά με το πνευματικό του κληροδότημα, όταν προσπαθούμε να βρούμε και να αναδείξουμε αυτό που παραμένει ζωντανό και ανανεωτικό από τη σκέψη του. Σε αυτό κατατείνουν τα κείμενα αυτού του μικρού αφιερώματος, που έγραψαν για την «Εφημερίδα των Συντακτών» γνωστοί μελετητές του έργου του Κορνήλιου Καστοριάδη.
Σεβαστός από όλους
Ο λόγος του Καστοριάδη, ακόμη και για όσους δεν συμφωνούσαν μαζί του, ήταν και είναι σεβαστός από όλους
Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ
Η βαρβαρότητα της πνευματικής παρακμής
Του Ανδρέα Ανδριανόπουλου*
Σε μια χώρα που χάνεται, σε μια Ελλάδα που καταρρέει, αποτελεί πάντα χαραμάδα ελπίδας η αναφορά σε λαμπερές προσωπικότητες που πάσχισαν να ταράξουν το τέλμα και να μας ξυπνήσουν από τον λήθαργο. Σπάνια συμφωνούσα είτε με την κοινωνική ανάλυση του Καστοριάδη είτε με τις αντιλήψεις του για το αύριο μιας δικαιότερης οικονομίας. Πίστευε σε μια κοινωνία δικαιοσύνης που θα προέκυπτε από την ανατροπή των καπιταλιστικών οικονομικών σχέσεων. Είμαι πεπεισμένος γα την ηθική ανωτερότητα της οικονομίας της αγοράς. Ουδέποτε όμως αμφισβήτησα τη δυναμική της διεισδυτικής του σκέψης ούτε βέβαια και τη γνησιότητα η και τον αλτρουισμό των πνευματικών του αναζητήσεων.
Ο Καστοριάδης δεν χάιδευε αυτιά. Ελεγε τα πράγματα με το όνομά τους και καυτηρίαζε την υποκρισία και τη συμπεριφορά του βολέματος και της εκ του ασφαλούς δήθεν επαναστατικότητας. Δεν θα ξεχάσω την δήλωσή του πως «ο κάθε λαός είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, υπεύθυνος και για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται». Ακόμα κι αν ήταν διαφορετικοί από τους δικούς μου, οι δρόμοι που με πάθος υποστήριζε πως έπρεπε να ακολουθηθούν ήταν πάντοτε πορείες κόπων και σκληρής δουλειάς. Γι” αυτό και δεν υπήρξε ποτέ συμπαθής στην ντόπια δογματική Αριστερά της ραστώνης και της οικοδόμησης μιας γιαλαντζί δίκαιης σοσιαλιστικής κοινωνίας.
Ο μεγαλύτερος εχθρός για τον Καστοριάδη ήταν η βαρβαρότητα. Απεχθανόταν το μίσος και τη βία. «Αιχμάλωτοι πολέμου» που βγαίνουν με δηλώσεις στο Διαδίκτυο και χρησιμοποιούν στα κείμενά τους τσιτάτα αμερικανικών τηλεοπτικών σειρών β΄ διαλογής, θα αποτελούσαν γι’ αυτόν το απόλυτο τίποτα. Πίστευε απόλυτα στην ευθύνη του ατόμου για τις πράξεις και τις συνέπειές τους. Λαοί που αισθάνονταν ανεύθυνοι γι’ αυτά που τους συμβαίνουν αποτελούσαν γι’ αυτόν «νήπια». Δίχως αυτονομία, αυτοσυνείδηση και έλεγχο ενεργειών, συνέβαλαν στην οικοδόμηση κοινωνιών απροσάρμοστων, με μηδενικό ουσιαστικό πρόσημο. Η Ελλάδα ως συνειδητοποιημένη δημοκρατία είχε κλείσει για αυτόν τον κύκλο της πριν από τους ελληνιστικούς χρόνους. Από την εποχή του Αλέξανδρου και δώθε, ο λαός κινείται σε έναν ανεμοστρόβιλο παθών, αυταρχισμού κι αντιφάσεων. Η κριτική του ματιά για την πορεία της ιστορίας και την έλλειψη μεγαλειωδών στιγμών ανακατατάξεων με τη συνειδητή συμμετοχή των πολιτών (δεν υπήρξε λ.χ. στην Ελλάδα Διαφωτισμός, Μεταρρύθμιση και οι Κοινωνικές Επαναστάσεις του 18ου αιώνα) δεν θα ενοχλούσαν κάποιες περισσότερο φιλελεύθερες θεωρήσεις της ελληνικής μετεξέλιξης μέσα στον χρόνο.
Ο Καστοριάδης δεν υπάρχει πλέον. Εχουμε όμως σήμερα ως λαός και κοινωνία τόσο μεγάλη ανάγκη από φρέσκα πνευματικά σκιρτήματα καινούργιων Καστοριάδηδων… Για να ξεφύγουμε από τη βαρβαρότητα της πανίσχυρης ανοησίας.
* Ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος είναι οικονομολόγος, πρώην υπουργός www.andrianopoulos.gr
Ο ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Οταν σου λείπει κάποιος ψάχνεις να τον βρεις
Του Αλέκου Αλαβάνου*
Μερικές φορές ενώ βρίσκεσαι ανάμεσα σε πολύ κόσμο –μια οικογενειακή συγκέντρωση, μια μεγάλη παρέα, μια διαδήλωση– κυριαρχείσαι από μια αίσθηση απουσίας, μοναχικότητας. Κάποιοι λείπουν. Οχι μόνο με την έννοια της φυσικής παρουσίας. Αλλά με αυτά που είναι πέρα από αυτήν: την ικανότητα του απόντα να πυροδοτεί διάλογο, να ανοίγει παράθυρα σε κλειστούς τοίχους, να καρποφορεί ιδέες, να μαγεύει ένα άγονο πνευματικό τοπίο και να το κάνει καταπράσινο και πολύχρωμο.
Αυτή η απουσία είναι πια ένα κεντρικό χαρακτηριστικό στον χώρο της πολιτικής στην Ελλάδα της κρίσης. Οι τηλεοπτικές οθόνες είναι γεμάτες από καθηγητές πανεπιστημίου, κομματικά στελέχη παντογνώστες, έτοιμους να στηρίξουν επιστημονικά και με σοβαροφάνεια τον πιο ασήμαντο κομματικό ελιγμό.
Λείπουν πολλοί – αν και υπάρχουν και αξιολογότατες παρουσίες, χωρίς όμως μεγάλο ακροατήριο, εξορισμένες στα αγωνιώδη ατομικά γραπτά τους η σε διαδικτυακές ιστοσελίδες. Ενας από τους μεγάλους απόντες είναι ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Γιατί;
Σε μια κατάσταση που από όλες τις πλευρές γίνεται προσπάθεια η εξέλιξη στην Ελλάδα να περιοριστεί μέσα στις καθορισμένες συντεταγμένες του ευρωπαϊκού πλαισίου, είναι αναγκαίες, όχι μόνο για τον προβληματισμό μας αλλά και για το ηθικό μας, οι εικονοκλαστικές και προωθημένες αντιλήψεις του για την ικανότητα της ανθρώπινης κοινωνίας για «δημιουργία», όχι εξωπραγματική, αλλά χωρίς προκαθορισμούς και όρια, ελεύθερη να διαλύσει τα πλαίσια που τη δεσμεύουν, να οδηγήσει στο εντελώς καινοτομικό.
Σε μια εποχή που οι επιμέρους αγώνες συνεχώς επιβεβαιώνουν την αναποτελεσματικότητά τους, που η παθητικότητα, η μοιρολατρία και η αποδοχή της ήττας αγκαλιάζουν όλο και περισσοτέρους, μέσα στις σελίδες του Καστοριάδη υπάρχουν όλοι οι σπόροι που περιμένουν τη βροχή για να βλαστήσουν, για την «αυτονομία» των κοινωνιών, για τη συμμετοχή των πολιτών, για την ικανότητα να φτιάξουν αυτές οι ίδιες τους θεσμούς τους, για τη σημασία των αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών, που τις συναντήσαμε ευκαιριακά στις πλατείες.
Σε έναν κομματικό ανταγωνισμό για το ποιος έχει την καλύτερη συνταγή και τον πιο μάγκα διαπραγματευτή για την αύξηση του ΑΕΠ ή την ανταγωνιστικότητα, οι απόψεις του Ελληνογάλλου φιλόσοφου στο πλαίσιο της «φαντασιακής δόμησης» των κοινωνιών -κριτικές και στις καπιταλιστικές και στις τυπικές μαρξιστικές αντιλήψεις, για την πρόοδο ως μονοσήμαντα εξαρτημένη από οικονομικά και τεχνικά μεγέθη- ανοίγουν ένα ευρύτατο πεδίο δράσεων στην κουλτούρα, την παιδεία, τους κώδικες συμπεριφοράς, τις αξίες, χωρίς τα οποία είναι αδύνατο να υπάρξει μια εναλλακτική απελευθερωτική επιλογή.
Κι ακόμα, όταν σήμερα οι πολίτες χάνουν κάθε βεβαιότητα, διαλύονται ψυχολογικά, αποδεσμεύουν πρωτόγονες κι ανεπεξέργαστες δυνάμεις, αναζητούν εξιλαστήρια θύματα, κυριαρχούνται από τον φθόνο, εγκυμονούν το αυγό του φιδιού, η άποψη του Καστοριάδη ότι μια αυτόνομη πολιτεία μπορεί να στηριχθεί μόνο σε αυτόνομους πολίτες, στην ικανότητά τους να θέτουν ερωτήματα για τον εαυτό τους, να κατανοούν τα κίνητρά τους, να αποκτούν σχέσεις με τους άλλους, όπως και η μόνιμη σύνδεση των πολιτικών του προβληματισμών με την ψυχανάλυση είναι ένας δρόμος που μας υποδεικνύει επειγόντως στις σημερινές συνθήκες έκτακτης ανάγκης που βρισκόμαστε.
Οταν σου λείπει όμως κάποιος, ψάχνεις να τον βρεις.
*Ο Αλέκος Αλαβάνος είναι επικεφαλής του Μετώπου Αλλαγής
Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ
Η βαρβαρότητα της πνευματικής παρακμής
Του Ανδρέα Ανδριανόπουλου*
Σε μια χώρα που χάνεται, σε μια Ελλάδα που καταρρέει, αποτελεί πάντα χαραμάδα ελπίδας η αναφορά σε λαμπερές προσωπικότητες που πάσχισαν να ταράξουν το τέλμα και να μας ξυπνήσουν από τον λήθαργο. Σπάνια συμφωνούσα είτε με την κοινωνική ανάλυση του Καστοριάδη είτε με τις αντιλήψεις του για το αύριο μιας δικαιότερης οικονομίας. Πίστευε σε μια κοινωνία δικαιοσύνης που θα προέκυπτε από την ανατροπή των καπιταλιστικών οικονομικών σχέσεων. Είμαι πεπεισμένος γα την ηθική ανωτερότητα της οικονομίας της αγοράς. Ουδέποτε όμως αμφισβήτησα τη δυναμική της διεισδυτικής του σκέψης ούτε βέβαια και τη γνησιότητα η και τον αλτρουισμό των πνευματικών του αναζητήσεων.
Ο Καστοριάδης δεν χάιδευε αυτιά. Ελεγε τα πράγματα με το όνομά τους και καυτηρίαζε την υποκρισία και τη συμπεριφορά του βολέματος και της εκ του ασφαλούς δήθεν επαναστατικότητας. Δεν θα ξεχάσω την δήλωσή του πως «ο κάθε λαός είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, υπεύθυνος και για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται». Ακόμα κι αν ήταν διαφορετικοί από τους δικούς μου, οι δρόμοι που με πάθος υποστήριζε πως έπρεπε να ακολουθηθούν ήταν πάντοτε πορείες κόπων και σκληρής δουλειάς. Γι” αυτό και δεν υπήρξε ποτέ συμπαθής στην ντόπια δογματική Αριστερά της ραστώνης και της οικοδόμησης μιας γιαλαντζί δίκαιης σοσιαλιστικής κοινωνίας.
Ο μεγαλύτερος εχθρός για τον Καστοριάδη ήταν η βαρβαρότητα. Απεχθανόταν το μίσος και τη βία. «Αιχμάλωτοι πολέμου» που βγαίνουν με δηλώσεις στο Διαδίκτυο και χρησιμοποιούν στα κείμενά τους τσιτάτα αμερικανικών τηλεοπτικών σειρών β΄ διαλογής, θα αποτελούσαν γι’ αυτόν το απόλυτο τίποτα. Πίστευε απόλυτα στην ευθύνη του ατόμου για τις πράξεις και τις συνέπειές τους. Λαοί που αισθάνονταν ανεύθυνοι γι’ αυτά που τους συμβαίνουν αποτελούσαν γι’ αυτόν «νήπια». Δίχως αυτονομία, αυτοσυνείδηση και έλεγχο ενεργειών, συνέβαλαν στην οικοδόμηση κοινωνιών απροσάρμοστων, με μηδενικό ουσιαστικό πρόσημο. Η Ελλάδα ως συνειδητοποιημένη δημοκρατία είχε κλείσει για αυτόν τον κύκλο της πριν από τους ελληνιστικούς χρόνους. Από την εποχή του Αλέξανδρου και δώθε, ο λαός κινείται σε έναν ανεμοστρόβιλο παθών, αυταρχισμού κι αντιφάσεων. Η κριτική του ματιά για την πορεία της ιστορίας και την έλλειψη μεγαλειωδών στιγμών ανακατατάξεων με τη συνειδητή συμμετοχή των πολιτών (δεν υπήρξε λ.χ. στην Ελλάδα Διαφωτισμός, Μεταρρύθμιση και οι Κοινωνικές Επαναστάσεις του 18ου αιώνα) δεν θα ενοχλούσαν κάποιες περισσότερο φιλελεύθερες θεωρήσεις της ελληνικής μετεξέλιξης μέσα στον χρόνο.
Ο Καστοριάδης δεν υπάρχει πλέον. Εχουμε όμως σήμερα ως λαός και κοινωνία τόσο μεγάλη ανάγκη από φρέσκα πνευματικά σκιρτήματα καινούργιων Καστοριάδηδων… Για να ξεφύγουμε από τη βαρβαρότητα της πανίσχυρης ανοησίας.
* Ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος είναι οικονομολόγος, πρώην υπουργός www.andrianopoulos.gr
Ο ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Οταν σου λείπει κάποιος ψάχνεις να τον βρεις
Του Αλέκου Αλαβάνου*
Μερικές φορές ενώ βρίσκεσαι ανάμεσα σε πολύ κόσμο –μια οικογενειακή συγκέντρωση, μια μεγάλη παρέα, μια διαδήλωση– κυριαρχείσαι από μια αίσθηση απουσίας, μοναχικότητας. Κάποιοι λείπουν. Οχι μόνο με την έννοια της φυσικής παρουσίας. Αλλά με αυτά που είναι πέρα από αυτήν: την ικανότητα του απόντα να πυροδοτεί διάλογο, να ανοίγει παράθυρα σε κλειστούς τοίχους, να καρποφορεί ιδέες, να μαγεύει ένα άγονο πνευματικό τοπίο και να το κάνει καταπράσινο και πολύχρωμο.
Αυτή η απουσία είναι πια ένα κεντρικό χαρακτηριστικό στον χώρο της πολιτικής στην Ελλάδα της κρίσης. Οι τηλεοπτικές οθόνες είναι γεμάτες από καθηγητές πανεπιστημίου, κομματικά στελέχη παντογνώστες, έτοιμους να στηρίξουν επιστημονικά και με σοβαροφάνεια τον πιο ασήμαντο κομματικό ελιγμό.
Λείπουν πολλοί – αν και υπάρχουν και αξιολογότατες παρουσίες, χωρίς όμως μεγάλο ακροατήριο, εξορισμένες στα αγωνιώδη ατομικά γραπτά τους η σε διαδικτυακές ιστοσελίδες. Ενας από τους μεγάλους απόντες είναι ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Γιατί;
Σε μια κατάσταση που από όλες τις πλευρές γίνεται προσπάθεια η εξέλιξη στην Ελλάδα να περιοριστεί μέσα στις καθορισμένες συντεταγμένες του ευρωπαϊκού πλαισίου, είναι αναγκαίες, όχι μόνο για τον προβληματισμό μας αλλά και για το ηθικό μας, οι εικονοκλαστικές και προωθημένες αντιλήψεις του για την ικανότητα της ανθρώπινης κοινωνίας για «δημιουργία», όχι εξωπραγματική, αλλά χωρίς προκαθορισμούς και όρια, ελεύθερη να διαλύσει τα πλαίσια που τη δεσμεύουν, να οδηγήσει στο εντελώς καινοτομικό.
Σε μια εποχή που οι επιμέρους αγώνες συνεχώς επιβεβαιώνουν την αναποτελεσματικότητά τους, που η παθητικότητα, η μοιρολατρία και η αποδοχή της ήττας αγκαλιάζουν όλο και περισσοτέρους, μέσα στις σελίδες του Καστοριάδη υπάρχουν όλοι οι σπόροι που περιμένουν τη βροχή για να βλαστήσουν, για την «αυτονομία» των κοινωνιών, για τη συμμετοχή των πολιτών, για την ικανότητα να φτιάξουν αυτές οι ίδιες τους θεσμούς τους, για τη σημασία των αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών, που τις συναντήσαμε ευκαιριακά στις πλατείες.
Σε έναν κομματικό ανταγωνισμό για το ποιος έχει την καλύτερη συνταγή και τον πιο μάγκα διαπραγματευτή για την αύξηση του ΑΕΠ ή την ανταγωνιστικότητα, οι απόψεις του Ελληνογάλλου φιλόσοφου στο πλαίσιο της «φαντασιακής δόμησης» των κοινωνιών -κριτικές και στις καπιταλιστικές και στις τυπικές μαρξιστικές αντιλήψεις, για την πρόοδο ως μονοσήμαντα εξαρτημένη από οικονομικά και τεχνικά μεγέθη- ανοίγουν ένα ευρύτατο πεδίο δράσεων στην κουλτούρα, την παιδεία, τους κώδικες συμπεριφοράς, τις αξίες, χωρίς τα οποία είναι αδύνατο να υπάρξει μια εναλλακτική απελευθερωτική επιλογή.
Κι ακόμα, όταν σήμερα οι πολίτες χάνουν κάθε βεβαιότητα, διαλύονται ψυχολογικά, αποδεσμεύουν πρωτόγονες κι ανεπεξέργαστες δυνάμεις, αναζητούν εξιλαστήρια θύματα, κυριαρχούνται από τον φθόνο, εγκυμονούν το αυγό του φιδιού, η άποψη του Καστοριάδη ότι μια αυτόνομη πολιτεία μπορεί να στηριχθεί μόνο σε αυτόνομους πολίτες, στην ικανότητά τους να θέτουν ερωτήματα για τον εαυτό τους, να κατανοούν τα κίνητρά τους, να αποκτούν σχέσεις με τους άλλους, όπως και η μόνιμη σύνδεση των πολιτικών του προβληματισμών με την ψυχανάλυση είναι ένας δρόμος που μας υποδεικνύει επειγόντως στις σημερινές συνθήκες έκτακτης ανάγκης που βρισκόμαστε.
Οταν σου λείπει όμως κάποιος, ψάχνεις να τον βρεις.
*Ο Αλέκος Αλαβάνος είναι επικεφαλής του Μετώπου Αλλαγής
πηγή: www.efsyn.gr
Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013
ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΝΕΚΡΟΙ - ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ (πάλης ξεκίνημα)
ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ
Στίχοι: Αλέκος Παναγούλης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Μίκης Θεοδωράκης, Μαρία Φαραντούρη, Μαρία Δημητριάδη
Πάλης ξεκίνημα
νέοι αγώνες
οδηγοί της ελπίδας
οι πρώτοι νεκροί.
Όχι άλλα δάκρυα
κλείσαν οι τάφοι
λευτεριάς λίπασμα
οι πρώτοι νεκροί.
Λουλούδι φωτιάς
βγαίνει στους τάφους
μήνυμα στέλνουν
οι πρώτοι νεκροί.
Απάντηση θα πάρουν
ενότητα κι αγώνα
για νά 'βρουν ανάπαυση
οι πρώτοι νεκροί.
Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013
Τρίτη 6 Αυγούστου 2013
Kemal - Xatzidakis (the original)
Aliki Kagialoglou (vocals), Manos Xatzidakis (music and narration),
Nikos Gkatsos (lyrics). Album: "Antikatoptrismoi" 1993
towards the end, Xatzidakis says: "Goodnight Kemal, this world will never change..."
Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013
ΤΟ «ΚΟΥΡΕΛΙΑΣΜΑ» ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
Η
περίπτωση της Ελλάδας
Του Παναγιώτη Ι. Καραφωτιά,
καθηγητή Διεθνών Σχέσεων
Πανεπιστημίου
Ινδιανάπολης,
τ. Διευθύνοντος Συμβούλου
του Γραφείου ΟΗΕ
για Ελλάδα,
Κύπρο και Ισραήλ
Ως γνωστόν, στις 10
Δεκεμβρίου 1948, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ υιοθέτησε την Οικουμενική Διακήρυξη
για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που
χαρακτηρίστηκε «κοινό πρότυπο επιτεύγματος για όλους τους λαούς και όλα τα
έθνη». Είναι επίσης γνωστό ότι η
Διακήρυξη είναι εμπνευσμένη από την αρχαία ελληνική Γραμματεία και τη Γαλλική
Επανάσταση.
O δε Rene Cassin, από τους βασικούς συντάκτες της {Βραβείο Νόμπελ},την
παρομοίωσε, συμβολικά, με την είσοδο αρχαίου ελληνικού ναού. Η Διακήρυξη υπήρξε
το επιστέγασμα των αγώνων πολιτικών ηγετών, διανοούμενων και ΜΚΟ, που,
επηρεασμένοι βαθιά από την τραγωδία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, πάσχισαν να
υιοθετήσουν ένα θεσμικό πλαίσιο προστασίας των θεμελιωδών ανθρωπίνων
δικαιωμάτων και ελευθεριών για όλους τους λαούς.
Η Διακήρυξη έγινε
πραγματικότητα και έχει προάγει το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε
πολλούς τομείς και κάθε χρόνο «εορτάζεται» η επέτειός της σε όλα τα κράτη-μέλη
του ΟΗΕ.
Όμως, δυστυχώς, με όσα δραματικά και τραγικά συμβαίνουν σε πολλά μέρη του
κόσμου {πολεμικές συγκρούσεις, τρομοκρατία, προσφυγιά, πείνα, φτώχεια, επιδημικές
ασθένειες, ναρκωτικά, εμπόριο ανθρώπων και μελών σώματος κ.λ.π.} μπορεί κάθε
λογικός άνθρωπος να αισθάνεται ικανοποιημένος ή, βλέποντας αντικειμενικά τα όσα
συμβαίνουν, να νιώθει απογοητευμένος, προδομένος; Η σημερινή παγκόσμια εικόνα
είναι θλιβερότατη και δε συνάδει με τις πρόνοιες τής Διακήρυξης. Αλλά ας
εστιάσουμε την προσοχή μας στη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα και ας
αναλογισθούμε κατά πόσον οι πρόνοιες της Διακήρυξης ισχύουν ή έχουν
«κουρελιασθεί».
Το άρθρο 3 αναφέρει ότι «όλοι έχουν το δικαίωμα στη ζωή, στην ελευθερία, και στην ασφάλεια του προσώπου». Όμως, για ποια ελευθερία και ασφάλεια μπορούμε να μιλάμε όταν αυτά εξαρτώνται από αποφάσεις ξένων πιστωτών και τα όργανά τους και εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι δεν έχουν μοίρα κάτω από τον ήλιο εξαιτίας των οδυνηρών μέτρων της Τρόικα κ.λ.π. και είναι υποψήφιοι αυτόχειρες ή πρόσφυγες στην ίδια τους την Πατρίδα; Το άρθρο 5 αναφέρει ότι «κανένας δεν θα υπόκειται σε βασανιστήρια ή βάναυση, απάνθρωπη ή μειωτική μεταχείριση ή τιμωρία».
Το άρθρο 3 αναφέρει ότι «όλοι έχουν το δικαίωμα στη ζωή, στην ελευθερία, και στην ασφάλεια του προσώπου». Όμως, για ποια ελευθερία και ασφάλεια μπορούμε να μιλάμε όταν αυτά εξαρτώνται από αποφάσεις ξένων πιστωτών και τα όργανά τους και εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι δεν έχουν μοίρα κάτω από τον ήλιο εξαιτίας των οδυνηρών μέτρων της Τρόικα κ.λ.π. και είναι υποψήφιοι αυτόχειρες ή πρόσφυγες στην ίδια τους την Πατρίδα; Το άρθρο 5 αναφέρει ότι «κανένας δεν θα υπόκειται σε βασανιστήρια ή βάναυση, απάνθρωπη ή μειωτική μεταχείριση ή τιμωρία».
Τα
χαράτσια, η ανεργία, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η αναγκαστική μετανάστευση, η
δήμευση περιουσιακών στοιχείων κλπ. δεν αποτελούν απάνθρωπη και μειωτική
μεταχείριση; To άρθρο 20 αναφέρει ότι «κανένας δεν μπορεί να αναγκασθεί να
ανήκει σε οργάνωση». Όμως, στην Ελλάδα είναι γνωστή η μοίρα των κομματικά ή
συντεχνιακά ανένταχτων! Το άρθρο 23 αναφέρει
ότι «καθένας έχει το δικαίωμα σε δίκαιη και ευνοϊκή αμοιβή που να
εξασφαλίζει στον ίδιο και την οικογένειά του ζωή άξια της ανθρώπινης
αξιοπρέπειας, και να συμπληρώνεται, εάν είναι ανάγκη, με άλλα μέσα κοινωνικής
προστασίας».
Για ποια ζωή με ανθρώπινη αξιοπρέπεια μιλάμε όταν η ανεργία, γενικά, έχει φθάσει στο 35%, και
περίπου στο 60% στους νέους, όταν η μαζική μετανάστευση και αφαίμαξη εγκεφάλων
έχει χτυπήσει κόκκινο, και όταν - το τραγικότερο - οι αυτοκτονίες έχουν αυξηθεί
κατά περίπου 40 % στην τελευταία τριετία;
Συνεπώς, το θλιβερό συμπέρασμα είναι
ότι και στην περίπτωση της Ελλάδας το οικουμενικό κοινωνικό «ευαγγέλιο», η
Διακήρυξη, έχει «κουρελιασθεί» και χρειάζεται παλλαϊκή δημοκρατική αντίσταση
και στα πλαίσια του ΟΗΕ και των Οργανώσεών του για να δικαιωθούν οι θυσίες
πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων για την πραγμάτωσή της. Εξάλλου, και το ΔΝΤ {άρθρο
Ι v} αναφέρει ότι παρέχει τους πόρους του για να διευκολύνει χώρες που
αντιμετωπίζουν προβλήματα ισοζυγίου πληρωμών «δίχως να καταφεύγουν σε μέτρα που
να είναι καταστροφικά για την εθνική ή διεθνή ευημερία».
Όμως, δεν είναι εύλογη
η ασυνέπεια και αναντιστοιχία εκ μέρους του ΔΝΤ με τα μέτρα που επιβάλλει και
τις επιπτώσεις τους; Πέραν, βέβαια, της αποτυχίας και των ευθυνών ελληνικών
ηγετικών κύκλων, μήπως η σημερινή κυβέρνηση συνεργασίας πρέπει να προσφύγει και
στον ΟΗΕ για να πετύχει μια ριζική αναθεώρηση των Μνημονίων σαν «κάθαρση» στη
σημερινή εθνική τραγωδία;
4/7/2013 _____________________
*αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Αρκαδικό Βήμα" αρ. φ. 246 Ιούνιος-Ιούλιος 2013
Σάββατο 6 Ιουλίου 2013
Η Καινούργια χρεοκοπία.... του Νίκου Μπελογιάννη
Α’. Δημοσιονομικό πελάγωμα
Οι μόνοι που απολαμβάνουν μακάρια τη ζωή τους και αδιαφορούν για την τραγική αυτή κατάσταση είναι – εκτός από τους νεόπλουτους που δημιούργησε η κυβέρνηση Βενιζέλου – οι ξένοι και ντόπιοι ομολογιούχοι, που μέχρι το 1932 έπαιρναν στο ακέραιο το τοκοχρεολύσιο. Με την αφαίμαξη όμως αυτή, ο προϋπολογισμός του 1931-1932 θα ‘κλεινε με 1 δις έλλειμμα. Σε έσοδα 8.200 εκατομμυρίων έπρεπε να πάρουν οι ομολογιούχοι 4.400, δηλαδή τα 54%, την προηγούμενη χρονιά είχαν πάρει τα 40%. Για να πληρωθούν τώρα σε χρυσό, δεν αρκούσε το κάλυμμα της τράπεζας και δημιουργόταν άμεσος κίνδυνος να μείνει ο λαός χωρίς ψωμί, γιατί το περισσότερο στάρι εκείνο τον καιρό ερχόταν απ΄έξω. Η πληρωμή, λοιπόν, του τοκοχρεολύσιου θα ΄ταν εγκληματική παραφροσύνη.
Εντούτοις, το Σεπτέμβρη του ’31 η κυβέρνηση ανακοίνωσε επίσημα ότι τα τοκομερίδια των ομολογιούχων θα πληρωθούν στο ακέραιο και σε χρυσό. Και για να το πετύχει άρχισε να παίρνει μέτρα, που στρέφονταν κατά του λαού. Στις 8 του Οκτώβρη, γιορτή της Αγίας Πελαγίας, έγινε η δραχμοποίηση των καταθέσεων σε συνάλλαγμα, για να «προστατευθεί» το εθνικό νόμισμα και στην ουσία για να πληρωθούν οι ομολογιούχοι. Με το μέτρο της δραχμοποίησης ληστεύτηκαν χιλιάδες κόσμου και κέρδισε η Εθνοτράπεζα εκατοντάδες εκατομμύρια, ενώ ο τορπιλισμός της δραχμής συνεχιζόταν στη μαύρη αγορά του συναλλάγματος με πρωταγωνιστές τον Μαρή κι άλλα πρωτοπαλίκαρα του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Εκείνον ακριβώς τον καιρό άρχισε να ξεσπάει απειλητική η λαϊκή αντίδραση. Το προλεταριάτο και οι υπάλληλοι παλεύουν ακούραστα μ΄ απεργίες για το ψωμί τους, οι επαγγελματίες κινητοποιούνται κι οι αγρότες κάνουν ομαδικές καθόδους στις πόλεις. Ο Βενιζέλος μυρίστηκε τον κίνδυνο και επιχείρησε να βγει από το αδιέξοδο. Το Γενάρη του ΄32 απευθύνθηκε στις μεγάλες δυνάμεις και στο ΔΟΕ και παρακαλούσε να του δώσουν πεντάχρονη αναστολή στα χρεολύσια και 50 εκατομμύρια δολάρια για να συμπληρωθούν τα παραγωγικά έργα.
Ο υπουργός των Εξωτερικών στην οικουμενική είχε χαρακτηρίσει το ΔΟΕ «απλούν τεχνικόν σώμα», αλλά ένας οργανισμός που κρατάει στα χέρια του τη ζωή ενός ολόκληρου λαού και οι πρωθυπουργοί πέφτουν στα πόδια του και τον παρακαλούν, δεν είναι καθόλου «απλούν τεχνικόν σώμα», αλλά υπέρτατος, κυρίαρχος και παντοδύναμος αφέντης της χώρας μας. Επίσης ο Βενιζέλος ζήτησε να ‘ρθει στην Ελλάδα κι αντιπρόσωπος της δημοσιονομικής επιτροπής της ΚΤΕ (σ.σ. Κοινωνία των Εθνών) για να κάνει «επιτόπιον έρευνα» και να διαπιστώσει σε πόσο κρίσιμη οικονομική κατάσταση βρισκόταν η χώρα. Στο τέλος τους έδινε την υπόσχεση ότι με το δάνειο που θα του ΄διναν, θα πλήρωνε και τους τόκους των εξωτερικών δανείων.
Οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, παλεύοντας τότε κι αυτές να ξεπεράσουν την κρίση που έδερνε τη χώρα τους, δεν έδωσαν καμία σημασία στο διάβημα του Βενιζέλου. Μόνο η δημοσιονομική επιτροπή της ΚΤΕ ευαρεστήθηκε με τα πολλά να μας στείλει σαν αντιπρόσωπό της τον σέρ ‘Οτο Νιμάγερ για να κάνει έλεγχο στα οικονομικά της χώρας μας. Ο Νιμάγερ, πρώην υπουργός των Οικονομικών, ήταν τότε διευθυντής της Τράπεζας της Αγγλίας. Ήρθε στην Ελλάδα, έλεγξε τα έσοδα και τα έξοδα κι έφυγε κάνοντας μια έκθεση στο συμβούλιο της ΚΤΕ, στην οποία σύσταινε να μας ελεήσουν μονάχα με μια χρονιάτικη αναστολή του χρεολύσιου και το αντίστοιχο πόσο να διατεθεί για τα παραγωγικά έργα μαζί μ΄ένα δάνειο από 10 εκατομμύρια δολάρια.
Η δημοσιονομική επιτροπή της ΚΤΕ, που συνήρθε στο Παρίσι, χαρακτήρισε σαν επείγουσα την ανάγκη ενός δανείου για τα τοκοχρεολύσια, όμως μόλις και μετά βίας και με χίλιες δυο επιφυλάξεις και υποδείξεις αναγνώρισε ότι επιβάλλεται η προσωρινή ανακούφιση της Ελλάδας από τα εξωτερικά χρέη μ΄αναστολή των χρεολυσίων για ένα χρόνο! Αλλά επειδή πάνω στο τελευταίο αυτό ζήτημα η ελληνική κυβέρνηση είχε φέρει από την αρχή αντιρρήσεις, το συμβούλιο της ΚΤΕ κηρύχτηκε τελικά αναρμόδιο και μας παρέπεμψε να συνεννοηθούμε απευθείας με τους ομολογιούχους. Ο Μαρής, που βρισκόταν τότε στο Παρίσι για να υπερασπίσει τα συμφέροντα της Ελλάδας, ομολόγησε αργότερα ότι τα μέλη της δημοσιονομικής επιτροπής προσπαθούσαν να βρουν κάποια προσωρινή λύση για να τη συνδυάσουν με έλεγχο πάνω στα οικονομικά μας, σαν να μην ήταν αρκετός ο ΔΟΕ. Είχε όμως περάσει πια η εποχή του ’97.
Η φάρα του Γκλίξμπουργκ ήταν τότε μακριά από την Ελλάδα. Στην πατρίδα μας είχε πια αναπτυχθεί ένα πολυάριθμο προλεταριάτο, αρκετά ώριμο πολιτικά, που συγκλόνιζε την περίοδο εκείνη με τις απεργίες και τις διαδηλώσεις του το αστοτσιφλικάδικο οικοδόμημα. Το ΚΚΕ, ξεπερνώντας την κρίση του, πλούσιο πια σε πείρα και μονολιθικό ιδεολογικά, άρχιζε να αναδείχνεται αρχηγός των εργαζομένων της πόλης και του χωριού. Γι αυτό μια απόπειρα της κυβέρνησης για την επιβολή καινούργιου βαρύτερου ελέγχου ήταν όχι μόνο καταδικασμένη, αλλά θα απειλούσε ολόκληρο το πολιτικό και κοινωνικό οικοδόμημα των αστοτσιφλικάδων. Μπροστά σ΄αυτή την απελπιστική κατάσταση ξεκινάει ο ίδιος ο Βενιζέλος και πηγαίνει στη Γενεύη. Κάνει μια δραματική έκκληση στο συμβούλιο της ΚΤΕ, αλλ΄αυτό περιορίζεται μόνο να λάβει σε υπό σημείωσιν τη γνώμη της δημοσιονομικής επιτροπής και παραπέμπει πάλι την ελληνική κυβέρνηση στους ομολογιούχους. Για καινούργιο δάνειο ούτε συζήτηση δεν μπορούσε να γίνει. Εν τω μεταξύ η κατάσταση τραβάει όλο και στο χειρότερο.
Στις 25 του Μάρτη γίνεται μια μεγάλη σύσκεψη υπό την προεδρία του Προέδρου της Δημοκρατίας και με σκοπό να μελετηθεί η οικονομική κατάσταση και τα μέτρα που πρέπει να παρθούν. Ανάμεσα στους συσκεπτόμενους βρίσκονται πολλοί υπεύθυνοι για το κατάντημα του τόπου. Οι καταχρήσεις, η κερδοσκοπία και οι ρεμούλες γίνονται το πιο συνηθισμένο φαινόμενο. Η διαφθορά κι η ηθική εξαχρείωση της κυβερνητικής κλίκας φτάνει στο κατακόρυφο. Νόθεψαν ακόμα και το κινίνο, πράξη αρκετά χαρακτηριστική για τη σαπίλα που βασίλευε ανάμεσα στην παράταξη που κυβερνούσε τη χώρα.
Β’. Η χρεοκοπία
Επόμενο ήταν κάτω απ΄αυτές τις συνθήκες να μεγαλώνει η απόγνωση κι η αγανάκτηση του λαού. Ο κόσμος άρχισε να κάνει γιουρούσι στους φούρνους. Οι πορείες πείνας πλήθαιναν καθημερινά.
Ο Βενιζέλος έπρεπε να διαλέξει. Ή τα τοκομερίδια ή το ψωμί του λαού. Τελικά πήρε την απόφαση, αφού πρώτα ειδοποίησε το ΔΟΕ, ν΄αναστείλει τα χρεολύσια των εξωτερικών δανείων και να πληρώσει τα τοκομερίδια σε δραχμές. Μα κι οι δραχμές δεν ήταν εύκολο να οικονομηθούν. Οι κρατικές εισπράξεις το 1929-30 έφτασαν τα 9.242 εκατομμύρια. Το 1932-33, παρόλες τις καινούργιες φορολογίες, θα ΄φταναν σε 7.779 εκατομμύρια. Με την υποτίμηση της δραχμής οι ομολογιούχοι θα ΄παιρναν κάπου 6.000 εκατομμύρια. Για να σώσει την «πίστη» της χώρας, η κυβέρνηση επέβαλε, κάτω από τόσο τραγικές συνθήκες, καινούργιες φορολογίες 740 εκατομμυρίων, χωρίς να σωθεί μ΄αυτά η κατάσταση. Και τότε- 16.4.1932 – ο Μαρής έστειλε ένα γράμμα στο ΔΟΕ και του δήλωνε ότι η κυβέρνηση ήταν αναγκασμένη να κηρύξει από την 1η του Μάη προσωρινό χρεοστάσιο και για τους τόκους.
Έτσι, ήρθε η καινούργια χρεοκοπία. Η κυβέρνηση, όμως, που δεν μπορούσε να ανεχτεί το στίγμα, έδωσε εντολή στους αντιπροσώπους της στο Λονδίνο και το Παρίσι να ‘ρθουν σ΄επαφή με τους ομολογιούχους για να ρυθμίσουν το ζήτημα. Ο Μιχαλακόπουλος, υπουργός των Εξωτερικών, δήλωσε στη δημοσιονομική επιτροπή της ΚΤΕ ότι θα δεχόταν πρόθυμα να ‘ρθουν «αμερόληπτοι» διαιτητές και να ελέγξουν ίσαμε ποιό βαθμό μπορούμε να πληρώσουμε τα τοκομερίδια, «αφού προαφαιρεθούν τα απαιτούμενα για το primum vivere του ελληνικού λαού». Την ίδια θέση έπαιρνε κι ο Παπαναστασίου. Όλοι ήταν πρόθυμοι να καταδικάσουν το λαό να ζει μ΄ένα ξεροκόμματο, για να πληρωθούν οι ομολογιούχοι. Αυτοί όμως ήταν ανένδοτοι και τα ζητούσαν όλα ή τίποτε. Αυτή την εποχή, ο Μαρής υποχρεώθηκε να φύγει από το υπουργείο των Οικονομικών σχεδόν με τη βία. (Είχε μπει μέσα, καθώς λένε, ξυπόλυτος και βγήκε με καντάρια χρυσάφι).
Η Εθνοτράπεζα στις κρίσιμες εκείνες για τα συμφέροντά της στιγμές έβαλε απόλυτα δικό της υπουργό, τον Βαρβαρέσο, που προκαλεί αμέσως την άρση της σταθεροποίησης, σχεδόν τυπική γιατί την είχε από καιρό προκαλέσει η μαύρη αγορά του συναλλάγματος. Έτσι, επιβάλλεται πάλι η αναγκαστική κυκλοφορία. Στην έκθεσή του πάνω στον προϋπολογισμό του 1932-33, ο Βαρβαρέσος θέλησε να δικαιολογήσει τη χρεοκοπία. Τα ελλείμματα, είπε, δεν μπορούμε πια να τ΄αποφύγουμε με φορολογίες. Με περικοπές των εξόδων – σε βάρος κυρίως των μισθωτών – μόνο 480 εκατομμύρια οικονομήσαμε.
Γι΄αυτό είναι αναπόφευκτο να καταφύγουμε στην ελάττωση των ποσών που διαθέτουμε για την υπηρεσία του δημόσιου χρέους, επειδή μας απορροφούν τα 55% του προϋπολογισμού και μάλιστα σε συνάλλαγμα. Γι΄ αυτό η κυβέρνηση βρέθηκε «εις την αναπόδραστον ανάγκην» να δώσει την άδεια στον υπουργό των Οικονομικών να αναστείλει τα χρεολύσια των εξωτερικών δανείων και τον τόκο «εν όλω ή εν μέρει». Σκόπευαν οπωσδήποτε να πληρώσουν ένα μέρος από τους τόκους. Στον προϋπολογισμό όμως δεν έγραφαν ακριβώς το ποσό, ελπίζοντας να το μεγαλώσουν οπωσδήποτε με τους φόρους. Έτσι αύξησαν κατά 25% τη φορολογία στα εισαγόμενα εμπορεύματα κι ενώ η κατάσταση ήταν κάτι παραπάνω από τραγική, οι Έλληνες πολιτικοί βρίσκονταν σ΄αδιάκοπη κίνηση και συγκίνηση και τους απασχολούσε αποκλειστικά το ζήτημα της πληρωμής των ομολογιούχων. Παντού είχαν φουντώσει οι σχετικές συζητήσεις.
Ο Μιχαλακόπουλος, ο Παπαναστασίου κι ο Καφαντάρης υποστήριζαν να τους πληρώσουμε με τα καπνά μας. Οικονομολόγοι, πολιτικάντες, τραπεζίτες, όλοι έγραφαν και υπόδειχναν κάποιον τρόπο πληρωμής και κανένας δεν υποστήριξε να μην πληρώσουμε τίποτα. Η οικονομική κρίση άρχισε να εξελίσσεται και σε πολιτική και οικονομική χρεοκοπία, να μεταβάλλεται σε γενική χρεοκοπία του αστοτσιφλικάδικου κόσμου. Ο Βενιζέλος, αντιμετωπίζοντας την πολιτική του χρεοκοπία και τη λαϊκή κατακραυγή, επιχείρησε μια πολιτική μανούβρα. Παραιτήθηκε κι ανέβηκε πρωθυπουργός ο Παπαναστασίου. Σε τέτοιες όμως στιγμές κι η δημαγωγία μπορεί να καταντήσει επικίνδυνη για την κυρίαρχη τάξη. Γι αυτό κι ο αρχηγός των Εργατοαγροτικών διώχτηκε μέσα σε μια βδομάδα κι ανέβηκε πάλι στην κυβέρνηση ο Βενιζέλος, με υπουργό των Οικονομικών τον Βαρβαρέσο.
Στις 10 Αυγούστου ψηφίστηκε ο νόμος της δραχμοποίησης. Η άρση της σταθεροποίησης κι η δραχμοποίηση έδιναν το δικαίωμα στις τράπεζες να ληστέψουν άλλη μια φορά τον κόσμο. Η Κτηματική Τράπεζα-θυγατέρα του Χάμπρο και της Εθνικής – έκανε τους μικροϊδιοκτήτες να βρεθούν από τη μια μέρα στην άλλη με διπλάσιο περίπου χρέος.
Γ’. Αρχίζουν οι συννενοήσεις Συγχρόνως άρχισαν πάλι, οι συνεννοήσεις με τους ξένους ομολογιούχους. Ο Βαρβαρέσος έφυγε για την Ευρώπη κι υστέρα από μακριές διαπραγματεύσεις, συμφώνησαν το Σεπτέμβρη του 1932 να πληρωθούν 30% των τόκων για το 1932-33, κι αν βελτιωνόταν αργότερα ή κατάσταση, να πάρουν 35%. Από το Δεκέμβρη όμως του ίδιου χρόνου, η τότε κυβέρνηση άρχισε να παρακαλεί με υπόμνημα της τους ξένους να μην κρατήσουν το παραπάνω ποσοστό, γιατί ή κατάσταση είχε επιδεινωθεί.
Οι ομολογιούχοι έκαναν πώς υποχωρούν, αλλά ο ΔΟΕ, βάσει της συμφωνίας, είχε κατακρατήσει σε δραχμές -από τις υπέγγυες προσόδους- ολόκληρο το 35% και αρνήθηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα τη διαφορά του 5% ! Επίσης, ο ΔΟΕ υπολόγισε το ποσοστό σε χρυσές κι όχι σε χάρτινες λίρες, κερδίζοντας έτσι σημαντική διαφορά σε βάρος της Ελλάδας. Η κυβέρνηση κατάφυγε σε διαιτητή, αλλά η απόφαση του δεν βγήκε ακόμα. Κοντά σ’ αυτά, ή εγγλέζικη κυβέρνηση μας υποχρέωσε να υπογράψουμε μια συμφωνία με το αγγλικό θησαυροφυλάκιο, σύμφωνα με την οποία αναλαβαίναμε να πληρώσουμε 3.767.548 φράγκα, πού το μοιράστηκαν ή Αγγλία κι ή Γαλλία σαν αποζημίωση για τα ποσά πού είχαν ξοδέψει όταν εγγυήθηκαν το δάνειο του 1898. Τότε ακριβώς κι οι ομολογιούχοι μετάνιωσαν πού δέχτηκαν το 30% και δεν τα ‘παιρναν ζητώντας περισσότερα.
Και ξαναρχίζουν πάλι συνεννοήσεις ατελείωτες και καταθλιπτικές για τη χώρα. Όλοι σχεδόν οι αστοί οικονομολόγοι προσπαθούν να πείσουν τον κόσμο ότι μια ανοιχτή χρεοκοπία θα κατάστρεφε την πίστη και τα οικονομικά της Ελλάδας. Όχι όμως μία αλλά εκατό φορές να λέγαμε στους ομολογιούχους ότι δεν έχουμε να τους πληρώσουμε, πάλι δεν θα παθαίναμε την οικονομική, εθνική και ηθική ζημιά πού πάθαμε με τις ατέλειωτες κι εξευτελιστικές για την αξιοπρέπεια της χώρας μας συζητήσεις. Εν τω μεταξύ, το Σεπτέμβρη του 1932 έγιναν εκλογές και στις 4 Νοέμβρη ανάλαβε πρωθυπουργός ο Τσαλδάρης, με υφυπουργό των Οικονομικών τον Μ. Ευλάμπιο.
Το Δεκέμβρη έγινε υπουργός των Οικονομικών ο Κ. Αγγελόπουλος. Η οικονομική και δημοσιονομική κατάσταση δεν είχε βελτιωθεί καθόλου. Η κερδοσκοπία οργίαζε κι ο τιμάριθμος από 15 πού ήταν το 1931 ανέβηκε στα 20 το ’32. Αυτή, λοιπόν, την περίοδο ο Αγγελόπουλος αποτέλεσε μια μεγάλη εξαίρεση, ανάμεσα στους φαυλοκράτες πολιτικούς. Και παλιά τα είχε βάλει, με το ΔΟΕ και στην Κτηματική Τράπεζα κήρυξε τον πόλεμο κι αργότερα στην τεταρτοαυγουστιανή δικτατορία ήταν ο πρώτος αστός πολιτικός που εξορίστηκε από τον Μεταξά. Μόλις ανάλαβε το υπουργείο δήλωσε αμέσως ορθά-κοφτά και μ’ επιμονή ότι δεν πρέπει να πληρώσουμε όχι 30% αλλά ούτε πεντάρα στους ξένους και ντόπιους ομολογιούχους. Σε λίγες μέρες ο Αγγελόπουλος διώχτηκε από το υπουργείο, ασφαλώς με την επέμβαση «εξωελληνικών» παραγόντων. Τον αντικατέστησε ο τραπεζίτης Σπύρος Λοβέρδος και στις εφτά μέρες πού ‘κανε υπουργός, πρόλαβε να πληρώσει αμέσως το 30% στους ομολογιούχους και να μαδήσει τη χώρα από το αναιμικό της συναλλαγματικό απόθεμα.
Στις 16 του Γενάρη έπεσε ο Τσαλδάρης κι ήρθε ο Βενιζέλος με υπουργό των Οικονομικών τον Καφαντάρη. Ο αρχηγός όμως των Προοδευτικών δεν πρόλαβε να εξαγγείλει το καινούργιο πρόγραμμα του, γιατί στις εκλογές της 5ης του Μάρτη ξαναπήρε την εξουσία ο Τσαλδάρης, με υπουργό των Οικονομικών τον Λοβέρδο. Οι Λαϊκοί μόλις ανέβηκαν στην κυβέρνηση κάλεσαν τους ομολογιούχους να κάνουν αυτοψία στη χώρα μας για να αντιληφθούν την οικονομική της κατάσταση. Αυτοί όμως υπόδειξαν σαν αρμόδια την ΚΤΕ και η κυβέρνηση άρχισε τότε να παρακαλεί την Κοινωνία των Εθνών να ‘ρθει μια δημοσιονομική επιτροπή.
Τότε ο Καφαντάρης σε μια αγόρευση του για τον προϋπολογισμό του ’33-’34 επιτέθηκε στην κυβέρνηση για την πρόσκληση δημοσιονομικής επιτροπής κι εξήγησε ότι την επέμβαση της ΚΤΕ δεν την ήθελε όχι από έλλειψη ευλάβειας στο θεσμό, αλλά γιατί «εξ επισήμων ανακοινώσεων και άλλων σχετικών στοιχείων είχε πεισθεί ότι ή ΚΤΕ δεν επείχε θέσιν τρίτου εις την υπόθεσιν των χρεών, άλλ’ είχαν άμεσον και απροκάλυπτον είς αυτήν ενδιαφέρον στρεφόμενον υπέρ των ομολογιούχων». Πρότεινε δε να ‘ρθει ή κυβέρνηση σε απευθείας συνεννόηση με τους ομολογιούχους και να τους πληρώσουμε με τα προϊόντα μας.
Τελικά, ή επιτροπή της ΚΤΕ ήρθε το Μάη και μετά τις έρευνές της έκανε σχετική έκθεση, στην όποια λέει ότι για να πληρώσει ή Ελλάδα πρέπει ν’ αναπτύξει τις εξαγωγές και τα εμβάσματα και να ελαττώσει τις εισαγωγές της! Τον Ιούνη του 1933 συνήλθε στο Λονδίνο η δημοσιονομική επιτροπή για να εξετάσει την έκθεση και ν’ ακούσει τον Λοβέρδο και τον Μάξιμο πού είχαν πάει κι αυτοί στο Λονδίνο για να υπερασπίσουν τα συμφέροντα της Ελλάδας και να πετύχουν μια συνεννόηση με τους ομολογιούχους. Αυτοί όμως αρνήθηκαν να συζητήσουν με τους Έλληνες αντιπροσώπους, ζητώντας 271/2% για το 1933-34 και 371/2% για τον άλλο χρόνο, ενώ η ελληνική κυβέρνηση πρόσφερε 221/2% και 271/2% (η διαφορά ήταν 600 εκατομμύρια δραχμές).
Η πρόταση να λύσει τη διαφορά ένας διαιτητής, απορρίφτηκε χωρίς συζήτηση και περιφρονητικά από τους ομολογιούχους. Τότε οι διαπραγματεύσεις σταμάτησαν και πάλι. Στον Λοβέρδο και τον Μάξιμο η δημοσιονομική επιτροπή «σύστησε» να βάλουν καινούργιους φόρους για να πληρώσουν τους ξένους. Οι δυο υπουργοί αποχαιρέτησαν την επιτροπή με την υπόσχεση ότι θα εξασφαλίσουν τους τόκους των ομολογιούχων και μάλιστα ανάφεραν στην επιτροπή τι είδους και πόσους φόρους θα βάλουν στο λαό, για να το πετύχουν. Κι έτσι γύρισαν πίσω στην Ελλάδα αποφασισμένοι να εξευμενίσουν με κάθε μέσο τους κατόχους ομολογιών και τέτοιοι κάτοχοι -εν παρενθέσει- ήταν κι ο Λοβέρδος κι ο Μάξιμος. «Ίσως επί του σημείου τούτου η στάσις της Ελλάδος θα έπρεπε να ήτο περισσότερον αποφασιστική…», γράφει ο Άγγελος Αγγελόπουλος, γιατί τον ίδιο καιρό οι Τούρκοι κι οι Γερμανοί αρνήθηκαν κάθε πληρωμή και οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν διαμαρτυρήθηκαν καθόλου.
Δ’. Η συμφωνία
Η καινούργια επαφή έγινε το Σεπτέμβρη του ’33 κι οι διαπραγματεύσεις τράβηξαν πολύ καιρό. Αύτη ήταν ή κλασική τους μέθοδος. Κερδοσκοπούσαν στην αγορά μ’ αυτό τον τρόπο και συγχρόνως μας εκβιάζανε τελικά να υποχωρήσουμε, γιατί αυτή ή εκκρεμότητα των συνεννοήσεων νέκρωνε την οικονομική ζωή της χώρας. Έτσι επαναλαμβάνεται η ιστορία του ’97. Πάλι η πατρίδα μας βρίσκεται σε αγωνία περιμένοντας την απόφαση των εκμεταλλευτών της. Τότε η δημοσιονομική επιτροπή της ΚΤΕ, για να επηρεάσει τις συζητήσεις προς όφελος των ομολογιούχων και να εκβιάσει έτσι τη λύση δίνοντας ένα γερό όπλο στους τοκογλύφους και μια εύκολη δικαιολογία στον Λοβέρδο, δημοσίεψε μια έκθεση, με την οποία διαπιστώνει βελτίωση στη δημοσιονομική κατάσταση της Ελλάδας.
Με παρόμοιες πιέσεις, εκβιασμούς και παρασκηνιακές ενέργειες υπογράφτηκε, τέλος, το Νοέμβρη, μια συμφωνία για δυο χρόνια. Τα χρεολύσια αναστέλλονταν για δυο χρόνια κι από τους τόκους θα πληρώναμε 271/2% το 1933-34 και 33% το 1934-35. 0ι τόκοι μόνο του δανείου του 1898 θα πληρώνονταν στο ακέραιο. Η πληρωμή θα γινόταν με συνάλλαγμα του Λονδίνου ή της Νέας Υόρκης κι η ελληνική κυβέρνηση θα ‘γραφε στον προϋπολογισμό της το σύνολο των τόκων, που θα το ξαναδανειζόταν τάχα από το ΔΟΕ, καταθέτοντας του ίσο ποσό άτοκα γραμμάτια σε δραχμές. Ο Λοβέρδος, για να συγκεντρώσει το ποσοστό πού συμφώνησε, έβαλε σ’ ενέργεια δεκάδες καινούργια φορολογικά νομοσχέδια, όλα σε βάρος του λαού, ενώ ο ίδιος, όπως ξεσκεπάστηκε τότε στις εφημερίδες, είχε επιχειρήσει να διαφύγει με διάφορους αθέμιτους τρόπους τη φορολογία. Η συμφωνία πρόβλεπε καινούργιες διαπραγματεύσεις στις αρχές του 1935 για τα επόμενα χρόνια. Γι’ αυτό και το Φλεβάρη πήγε στο Λονδίνο ο Πεσμαζόγλου, καινούργιο οικονομολογικό αστέρι της πλουτοκρατικής κλίκας. Πρόεδρος τότε του συμβουλίου των ομολογιούχων ήταν ο σερ ΄Οστεν Τσάμπερλεν, αδερφός του κατόπιν πρωθυπουργού Νέβιλ Τσάμπερλεν.
Η πολιτική των δυο αδελφών είναι μια ατέλειωτη αλυσίδα από εξευτελισμούς και προδοσίες μικρών και μεγάλων λαών. Στο πρόσωπο τους, το εγγλέζικο χρηματιστικό κεφάλαιο είχε αποκτήσει τους χαρακτηριστικότερους εκπροσώπους του για μια ολόκληρη εποχή. Μόλις άρχισαν οι συνομιλίες, οι ομολογιούχοι ζήτησαν 50%. Ο Πεσμαζόγλου πρόσφερε 35%. Αυτοί, αρνήθηκαν κι έτσι οι διαπραγματεύσεις διακόπηκαν. Η ελληνική κυβέρνηση -κάτω από τη λαϊκή πίεση- δήλωσε τότε στους ομολογιούχους ότι θα τους πλήρωνε τα τοκομερίδια τους πού έληγαν την 1η του Απρίλη, με ποσοστό 35%.
Ο ΔΟΕ διαμαρτυρήθηκε αμέσως γιατί έτσι ή κυβέρνηση παραβίαζε το νόμο του 1898 και, καθώς τις είχε στο χέρι, κατακράτησε όλες τις υπέγγυες προσόδους υπολογίζοντας τόκους και χρεολύσια για όλα τα δάνεια πού ήταν κάτω από τον έλεγχο του. Συγχρόνως με τη διαμαρτυρία και το πραξικόπημα του ΔΟΕ, άρχισαν αλλεπάλληλα διπλωματικά διαβήματα από τις ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις, ενώ το συμβούλιο των ομολογιούχων στο Λονδίνο λυσσασμένο σύσταινε στα μέλη του να μη δεχτούν να εισπράξουν το 35%. Έπεσαν όλοι πάνω στη φτωχή μας χώρα να την πνίξουν. Παρ΄ όλα αυτά, όμως, το 52% των ομολογιούχων έτρεξαν να εισπράξουν το 35% και για τα υπόλοιπα έχει ο θεός. Και πράγματι ο θεός των τοκογλύφων, ενσαρκωμένος στο πρόσωπο του Γκλίξμπουργκ, τους βοήθησε.
Ε. Έρχεται ο Γκλιξμπουργκ
Και τότε όλοι οι αντιδραστικοί πλουτοκρατικοί κύκλοι του εσωτερικού και του εξωτερικού, με πρώτη την Εθνοτράπεζα, με τις συμβουλές και την έγκριση του Βενιζέλου, με την ανοχή των ψευτοδημοκρατικών κομμάτων και με τις ευλογίες και τα χειροκροτήματα των ομολογιούχων, άρχισαν να κηρύχνουν την πολιτική της «συμφιλίωσης». Όργανο για την πραγματοποίησή της θα ΄ταν ο δεύτερος Γεώργιος Γκλίξμπουργκ, που τον τάιζε δώδεκα ολόκληρα χρόνια ο Χάμπρο. Φτάνει να ‘ρχόταν ο βασιλιάς για να αγαπηθούν βενιζελικοί και αντιβενιζελικοί και να ζήσει ο λαός ευτυχισμένος. Επειδή, όμως, ο λαός με μια μεγαλειώδη συγκέντρωση των αντιφασιστικών δημοκρατικών του δυνάμεων έδειξε την ακλόνητη διάθεσή του να υπερασπίσει τις δημοκρατικές του ελευθερίες, ανάλαβε να κανονίσει τα περαιτέρω αυτοχειροτονηθείς σε αντιβασιλιά Γ. Κονδύλης, με το διαβόητο δημοψήφισμα που οργάνωσε το Νοέμβρη του ’35. Κι έτσι η Ελλάδα απόχτησε πάλι βασιλιά και σε λίγο και «εθνικό» κυβερνήτη, οι ομολογιούχοι εξασφάλισαν, όπως θα δούμε, το ποσοστό που ζητούσαν και τον ελληνικό λαό ανάλαβε να τον επαναφέρει στα ειρηνικά του έργα ο Μανιαδάκης.
ΠΑΤΉΣΤΕ ΕΔΩ ΝΑ ΑΚΟΥΣΕΤΕ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΩΝΙΣΤΗ ΝΙΚΟ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗ
{Αυτό το σπάνιο τραγούδι είναι ελληνική μελοποίηση του ποιήματος του Αλβανού Μωϋσή Ζαλόσνια, αφιερωμένο στο Νίκο Μπελογιάννη. Η εκτέλεση από την ΠΠΣΠ το 1977. Ο Κεμάλ που αναφέρεται στον 5ο στίχο είναι ο Qemal Stafa (Κεμάλ Στάφα) αγωνιστής της αντίστασης ενάντια στον ιταλό κατακτητή. Εξέχον μέλος του Κ.Κ. Αλβανίας ο οποίος σκοτώθηκε στις 5 Μαΐου 1942 στα Τίρανα και τον καιρό εκείνο ήταν επικεφαλής της Νεολαίας του Κ.Κ. Αλβανίας}
Πηγή: Η Λέσχη
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)



